Οι αρνητικές δημοσκοπήσεις αποτελούν συνηθισμένο κομμάτι της πολιτικής ζωής ενός προέδρου. Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, όμως, οι τελευταίες μετρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτυπώνουν κάτι περισσότερο από μια προσωρινή υποχώρηση της δημοτικότητάς του.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι βλέπουν να περιορίζεται σημαντικά το πλεονέκτημά τους σε δύο από τα ισχυρότερα πολιτικά τους πεδία: την εθνική ασφάλεια και την οικονομία.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να απέχουν περίπου τρεις μήνες, μια παγίωση αυτής της εικόνας θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερο πρόβλημα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, καθώς θα έθετε υπό αμφισβήτηση δύο βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους έχει οικοδομήσει την πολιτική του υπεροχή έναντι των Δημοκρατικών.
Η μεγάλη ανατροπή στην εθνική ασφάλεια
Ενδεικτικά είναι τα αποτελέσματα της τελευταίας δημοσκόπησης Reuters/Ipsos. Στο ερώτημα ποιο κόμμα διαθέτει καλύτερη προσέγγιση απέναντι στον πόλεμο, τις διεθνείς συγκρούσεις και την τρομοκρατία, το 37% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων επιλέγει τους Δημοκρατικούς και το 36% τους Ρεπουμπλικανούς.
Η μεταξύ τους διαφορά είναι πρακτικά οριακή. Η πολιτική σημασία της, όμως, γίνεται πολύ μεγαλύτερη εάν συγκριθεί με το παρελθόν.
Μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024, οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούσαν προβάδισμα 11 ποσοστιαίων μονάδων στο ίδιο πεδίο.
Ανάλογη μετατόπιση καταγράφεται και σε μέτρηση της Fox News. Τον Ιανουάριο, πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, το GOP είχε προβάδισμα 12 μονάδων έναντι των Δημοκρατικών στην εθνική ασφάλεια.
Τον Ιούλιο, η απόσταση είχε συρρικνωθεί στις μόλις δύο μονάδες, με τους Ρεπουμπλικανούς στο 50% και τους Δημοκρατικούς στο 48%.
Ένα παραδοσιακό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών απειλείται
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της ιστορικής υπεροχής των Ρεπουμπλικανών στα ζητήματα ασφάλειας.
Για δεκαετίες, οι ψηφοφόροι στις ΗΠΑ έτειναν να εμπιστεύονται περισσότερο το GOP σε θέματα διεθνούς τρομοκρατίας και στρατιωτικών απειλών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Gallup, από τις αρχές του αιώνα οι Ρεπουμπλικάνοι κυριαρχούσαν σχεδόν σταθερά σε αυτό το πεδίο. Η μοναδική σαφής υπεροχή των Δημοκρατικών είχε καταγραφεί το 2007, όταν η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους δεχόταν ισχυρή πολιτική πίεση λόγω του πολέμου στο Ιράκ.
Ακόμη και το 2023, το πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών έναντι των Δημοκρατικών έφτανε τις 22 ποσοστιαίες μονάδες.
Η σημερινή σχεδόν ισοπαλία, επομένως, αποτελεί μια σημαντική αλλαγή σε ένα από τα πλέον προνομιακά πολιτικά πεδία του κόμματος.
Ο πόλεμος με το Ιράν πιέζει τον Τραμπ
Στο επίκεντρο της μεταβολής βρίσκεται ο πόλεμος με το Ιράν και η στάση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στη στρατιωτική εμπλοκή.
Πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, μόλις το 35% των Αμερικανών εγκρίνει τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, οι μισοί εκτιμούν ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή οδηγείται προς μεγαλύτερο χάος, ενώ μόλις το 17% πιστεύει ότι η περιοχή θα γίνει περισσότερο σταθερή.
Για τον Τραμπ, το πολιτικό πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην αποδοχή ή μη του πολέμου. Η σημερινή πραγματικότητα έρχεται σε σύγκρουση με ένα από τα βασικά μηνύματα πάνω στα οποία είχε οικοδομήσει την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί ότι οι ΗΠΑ δεν θα παρασυρθούν ξανά στους λεγόμενους «ατελείωτους πολέμους» της Μέσης Ανατολής, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ηγέτη που θα χρησιμοποιούσε την αμερικανική ισχύ για την αποτροπή συγκρούσεων.
Το πολιτικό κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης
Πλέον, ο Τραμπ βρίσκεται επικεφαλής μιας χώρας που συμμετέχει εδώ και μήνες σε πόλεμο, με κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και απώλειες Αμερικανών.
Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει μια εύκολα κατανοητή έξοδος από τη σύγκρουση, ενώ η Reuters/Ipsos καταγράφει ότι η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών αναμένει παρατεταμένη εμπλοκή και όχι γρήγορο τερματισμό.
Υπό αυτή την έννοια, το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη στρατιωτική έκβαση του πολέμου.
Αρκεί ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων να αρχίσει να αμφιβάλλει για το κατά πόσο η κυβέρνηση διαθέτει σαφή στρατηγική και συγκεκριμένο τελικό στόχο.
Ακόμη μεγαλύτερη απειλή από την οικονομία
Την ίδια στιγμή, τα δημοσκοπικά ευρήματα για την οικονομία δημιουργούν έναν δεύτερο πονοκέφαλο για τον Λευκό Οίκο.
Στην τελευταία μέτρηση της Fox News, οι Δημοκρατικοί αποκτούν προβάδισμα εννέα μονάδων στο ερώτημα ποιο κόμμα μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία.
Το ποσοστό τους φτάνει στο 54%, έναντι 45% των Ρεπουμπλικανών, αποτελώντας τη μεγαλύτερη υπεροχή των Δημοκρατικών στη συγκεκριμένη μέτρηση της Fox από το 2006.
Στον πληθωρισμό, μάλιστα, το προβάδισμά τους φτάνει τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες.
Παρόμοια εικόνα προκύπτει και από τη Reuters/Ipsos. Για πρώτη φορά εδώ και περίπου μία δεκαετία, περισσότεροι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι θεωρούν ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν καλύτερο οικονομικό σχέδιο από τους Ρεπουμπλικανούς.
Και εδώ η διαφορά είναι οριακή, 37% έναντι 36%, όμως η αντιστροφή της τάσης έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Δασμοί, ακρίβεια και αγορά εργασίας
Η οικονομία αποτελεί ακόμη πιο ευαίσθητο ζήτημα για τον Τραμπ, καθώς πολλές από τις επιλογές που εφαρμόζονται φέρουν τη δική του πολιτική σφραγίδα.
Οι παγκόσμιοι δασμοί και ο εμπορικός πόλεμος αποτέλεσαν κεντρικές επιλογές της δικής του κυβέρνησης, ενώ ο ίδιος είχε δεσμευτεί για μείωση του κόστους ζωής.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο σύνθετη όταν ο πόλεμος με το Ιράν άρχισε να ασκεί νέα πίεση στις τιμές της ενέργειας, συνδέοντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής με τις καθημερινές οικονομικές ανησυχίες των πολιτών.
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλούν και τα τελευταία δεδομένα από την αγορά εργασίας.
Τον Ιούλιο, η αμερικανική οικονομία έχασε 23.000 θέσεις εργασίας, ενώ τα στοιχεία για Μάιο και Ιούνιο αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω κατά συνολικά 103.000 θέσεις.
Η ανεργία υποχώρησε στο 4,1%, την ίδια στιγμή όμως 264.000 άνθρωποι βγήκαν από το εργατικό δυναμικό.
Η άνοδος των Δημοκρατικών έχει και μια άλλη ανάγνωση
Τα στοιχεία δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι Δημοκρατικοί έχουν καταφέρει να λύσουν τα δικά τους πολιτικά προβλήματα.
Το κόμμα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ζητήματα πολιτικής ταυτότητας και δυσπιστία από μέρος των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Αυτό ακριβώς, όμως, καθιστά την εικόνα ακόμη πιο ανησυχητική για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς.
Η μετατόπιση που καταγράφεται δεν προκύπτει αναγκαστικά επειδή οι Δημοκρατικοί έγιναν ξαφνικά πολύ δημοφιλέστεροι, αλλά επειδή οι Ρεπουμπλικάνοι εμφανίζονται πιο αδύναμοι σε τομείς στους οποίους μέχρι πρόσφατα είχαν σαφή υπεροχή.
Με άλλα λόγια, η φθορά δεν αφορά μόνο ψήφους. Αφορά και τα ίδια τα ζητήματα στα οποία κάθε κόμμα θεωρείται ισχυρότερο.
Το μεγάλο στοίχημα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές
Η εξωτερική πολιτική και η οικονομία βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας που έχει οικοδομήσει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πρόεδρος που επέστρεψε υποσχόμενος «ειρήνη μέσω ισχύος» καλείται τώρα να διαχειριστεί έναν πόλεμο που δεν απολαμβάνει την υποστήριξη της πλειονότητας των Αμερικανών.
Ταυτόχρονα, ο πολιτικός που παρουσίαζε την οικονομία ως ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματά του βρίσκεται αντιμέτωπος με ανησυχίες για το κόστος ζωής, τις τιμές της ενέργειας και την πορεία της αγοράς εργασίας.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα ενόψει Νοεμβρίου δεν είναι μόνο η προσωπική δημοτικότητα του Τραμπ.
Είναι εάν οι ψηφοφόροι θα συνεχίσουν να τους εμπιστεύονται στα δύο πεδία που επί χρόνια αποτελούσαν από τα ισχυρότερα εκλογικά τους χαρτιά: την ασφάλεια και την οικονομία.
















