Ο τουρισμός αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, πίσω από τα θετικά μεγέθη αφίξεων και εσόδων, αναδεικνύεται το σύνθετο ζήτημα της αναντιστοιχία (mismatch) μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και των πραγματικών αναγκών της αγοράς εργασίας. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα εμφανές στα μεσαία επίπεδα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (Επίπεδα 3 έως 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων), όπου διαμορφώνεται το ανθρώπινο δυναμικό που στηρίζει τον ξενοδοχειακό και ευρύτερα τον τουριστικό κλάδο.
- Γράφει η Χαρούλα Κακλέα – Οικονομολόγος, PhD c MSc in Tourism Entrepreneurship MSc in Management of Educational Organisations
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται η διάκριση μεταξύ προσόντων (qualifications) και δεξιοτήτων (skills). Για δεκαετίες, ο τίτλος σπουδών λειτουργούσε ως βασικό «σήμα» επαγγελματικής επάρκειας. Η κατοχή ενός πτυχίου θεωρούνταν επαρκής ένδειξη ικανοτήτων. Σήμερα, όμως, η εξίσωση αυτή αμφισβητείται. Ένας τίτλος δεν εγγυάται αυτομάτως ότι ο κάτοχός του διαθέτει τις δεξιότητες που απαιτεί ένα σύγχρονο, απαιτητικό και τεχνολογικά αναβαθμισμένο περιβάλλον εργασίας.
Διεθνείς έρευνες, όπως η Programme for the International Assessment of Adult Competencies (PIAAC) του Organisation for Economic Co-operation and Development (ΟΟΣΑ), έχουν καταδείξει το χάσμα που συχνά υφίσταται μεταξύ τυπικών προσόντων και πραγματικής επάρκειας βασικών δεξιοτήτων στον ενήλικο πληθυσμό. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ο τουρισμός απαιτεί συνδυασμό τεχνικών γνώσεων, ψηφιακής επάρκειας, γλωσσικών ικανοτήτων και διαχείρισης πελατειακών σχέσεων.
Οι εργοδότες, ιδίως μετά την οικονομική κρίση και την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης, εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να βασίζονται αποκλειστικά σε τίτλους σπουδών κατά τις προσλήψεις. Δίνουν αυξανόμενη έμφαση σε δεξιότητες που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα: προσαρμοστικότητα, εξυπηρέτηση πελάτη, χρήση ψηφιακών συστημάτων κρατήσεων, διαχείριση απαιτητικών καταστάσεων. Η αξιολόγηση μεταφέρεται συχνά εντός της επιχείρησης, μέσα από την πράξη και την απόδοση.
Κατά συνέπεια, η έμφαση στις δεξιότητες έναντι των τίτλων σπουδών αποκαλύπτει ένα πιο σύνθετο σύστημα αξιολόγησης, στο οποίο η απόκτηση, η εφαρμογή και η αναγνώριση των επαγγελματικών ικανοτήτων δεν είναι πλέον αυτοματοποιημένη ή γραμμική διαδικασία, αλλά εξαρτάται από δυναμικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και την αλληλεπίδραση εργοδότη–εργαζομένου σε πραγματικό χρόνο.
Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν «χρειαζόμαστε λιγότερα πτυχία». Είναι το πώς θα διασφαλιστεί ότι τα προσόντα αντανακλούν πραγματικές, αναγνωρίσιμες και μεταβιβάσιμες δεξιότητες. Η ενίσχυση της σύνδεσης εκπαίδευσης και παραγωγής, η συστηματική πρακτική άσκηση, η διαρκής αναβάθμιση προγραμμάτων σπουδών και η ουσιαστική πιστοποίηση δεξιοτήτων αποτελούν πεδία πολιτικής παρέμβασης.
Σε μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού είναι ζήτημα αναπτυξιακής στρατηγικής. Η συζήτηση για τα προσόντα και τις δεξιότητες αφορά τελικά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και την ικανότητα του να παραμένει ανταγωνιστικό σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς.












