Την επαναφορά ρύθμισης 120 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο και μείωση της προκαταβολής φόρου ζητάει η αγορά καθώς συσσωρεύονται τα χρέη των επιχειρήσεων, αποτελώντας τροχοπέδη όχι μόνον για τις ίδιες αλλά και για την εθνική οικονομία.
Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία ανέρχονται σε περίπου 112 δισ. ευρώ και προς τα ασφαλιστικά ταμεία σε 50 δισ. ευρώ. Οι φορείς ζητούν μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων που θα καλύπτει παλαιές και νέες οφειλές, ώστε να δοθεί ουσιαστική ανάσα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους.
Την πρόταση αυτή έχουν καταθέσει επανειλημμένα οργανώσεις όπως το ΕΒΕΑ και η ΕΣΕΕ, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει υιοθετηθεί. Πέραν της πάγιας ρύθμισης των έως 24 δόσεων, σε ισχύ βρίσκεται μόνο ο εξωδικαστικός μηχανισμός, που αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και αποτελεί το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης απέναντι στις εισηγήσεις για νέα ρύθμιση.
Τα κόστη και τα οφέλη μιας νομοθετικής ρύθμισης: η μάχη των επιχειρήσεων με τον χρόνο
Αν και εκτιμάται ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μία σχετική ανακοίνωση στην Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) τον Σεπτέμβριο, η γενικότερη εκτίμηση είναι ότι θα μπορούσε να το πράξει νωρίτερα, παρέχοντας άμεση διέξοδο στον επιχειρηματικό κόσμο.
Σύμφωνα με τους φορείς της αγοράς, το δημοσιονομικό κόστος μιας ρύθμισης 120 δόσεων υπολογίζεται κοντά στα 3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, εκτιμούν ότι τα έσοδα του κράτους θα ήταν σημαντικά υψηλότερα, ακόμη και αν αρκετοί οφειλέτες δεν καταφέρουν να παραμείνουν στη ρύθμιση έως το τέλος. Όπως επισημαίνουν, ακόμη και η καταβολή 30 ή 40 δόσεων συνεπάγεται πραγματικές εισπράξεις για το Δημόσιο από χρέη που σήμερα παραμένουν ανείσπρακτα.
Και η…πρωτοτυπία της προκαταβολής φόρου στο τραπέζι
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για μείωση της προκαταβολής φόρου που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις. Το μέτρο, που ισχύει από το 1994 και ενισχύθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης, προβλέπει ουσιαστικά την προείσπραξη φόρου για την επόμενη χρήση, με βάση τα κέρδη της τρέχουσας χρονιάς. Σήμερα, η προκαταβολή ανέρχεται στο 80% του φόρου εισοδήματος, ενώ για νεοσύστατες επιχειρήσεις διαμορφώνεται στο 50% για τις τρεις πρώτες χρήσεις.
Φορείς της αγοράς ζητούν τη μείωσή της αρχικά στο 40%, με το ΕΒΕΑ να προτείνει ακόμη και τον μηδενισμό της. Όπως τονίζουν, ο τρόπος εφαρμογής της στην Ελλάδα οδηγεί σε στρεβλώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πώληση ενός ακινήτου από επιχείρηση: το έσοδο, αν και φορολογείται κανονικά, συνυπολογίζεται και στην προκαταβολή φόρου, αυξάνοντάς τη υπέρμετρα, παρότι πρόκειται για άπαξ συναλλαγή.












