Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από νέα προσωποπαγή πειράματα, αλλά από σοβαρότητα, συνέχεια και λογοδοσία απέναντι σε όσα ήδη έχουν υποσχεθεί και πρέπει να ολοκληρωθούν.

  • του Χρήστου Μυτιλινιού

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου η κοινωνία δεν καλείται απλώς να επιλέξει κόμμα. Καλείται να επιλέξει μέθοδο διακυβέρνησης. Να αποφασίσει αν θέλει να κινηθεί προς τα εμπρός, με σταθερότητα, σχέδιο και ευθύνη, ή αν θα ξαναδοκιμάσει την παλιά συνταγή της οργής, της καταγγελίας και των εύκολων υποσχέσεων.

Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τις αυταπάτες της. Γι’ αυτό και σήμερα, μπροστά σε ένα πολιτικό σκηνικό που αρχίζει ξανά να γεμίζει από προσωπικές φιλοδοξίες, προσωποπαγή σχήματα και ρητορικές επιστροφής, το βασικό ερώτημα δεν είναι ποιος φωνάζει πιο δυνατά. Είναι ποιος μπορεί να κυβερνήσει με σοβαρότητα.

Η εμπειρία έγινε πολιτική μνήμη

Η περίοδος των μεγάλων υποσχέσεων χωρίς κόστος δεν ανήκει σε κάποιο μακρινό παρελθόν. Είναι ακόμη νωπή. Η κοινωνία θυμάται τι σημαίνει να μετατρέπεται η αγανάκτηση σε κυβερνητικό πρόγραμμα. Θυμάται ότι οι εύκολες απαντήσεις γίνονται γρήγορα δύσκολες πραγματικότητες. Θυμάται ότι η χώρα δεν κυβερνάται με συνθήματα, ούτε με καταγγελτικές κορώνες.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ποιοτικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Οι πολίτες δεν ακούνε πια τον αντισυστημισμό ως κάτι αθώο ή αδοκίμαστο. Τον έχουν δει να κυβερνά. Έχουν δει προσωποπαγή σχήματα να υπόσχονται ρήξεις και να παραδίδουν αδιέξοδα. Έχουν δει την πολιτική ανευθυνότητα να βαφτίζεται «ελπίδα» και τη δημοσιονομική ελαφρότητα να παρουσιάζεται ως κοινωνική ευαισθησία.

Γι’ αυτό και η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, όποτε κι αν έρθει, δεν θα διεξαχθεί σε κενό μνήμης. Θα διεξαχθεί ενώπιον μιας κοινωνίας πιο έμπειρης, πιο δύσπιστης, αλλά και πιο ώριμης.

Η λογοδοσία αντί της δημαγωγίας

Η κυβέρνηση έχει μπροστά της έναν καθαρό δρόμο: να κριθεί από το έργο της. Όχι από τη σύγκριση με τους αντιπάλους της. Όχι από τον θόρυβο του πολιτικού σκηνικού. Αλλά από το αν υλοποιεί όσα δεσμεύθηκε να κάνει.

Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη και την πολιτική δημαγωγία. Η πρώτη προσέρχεται ενώπιον των πολιτών με πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα και απολογισμό. Η δεύτερη εμφανίζεται με υποσχέσεις που δεν κοστολογούνται, με παροχές που δεν εξηγούνται και με εύκολες καταγγελίες που δεν απαντούν στο πώς θα κυβερνηθεί η χώρα.

Η Ελλάδα του 2030 δεν μπορεί να χτιστεί με εργαλεία του 2012. Δεν μπορεί να στηριχθεί σε κόμματα μιας χρήσης, σε προσωπικά οχήματα εξουσίας ή σε πολιτικές αφηγήσεις που τρέφονται από την απογοήτευση, αλλά δεν διαθέτουν σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Το πραγματικό δίλημμα

Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξουν νέα κόμματα. Σε μια δημοκρατία, κάθε πολιτική έκφραση έχει δικαίωμα να εμφανιστεί, να μιλήσει και να κριθεί. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα σχήματα μπορούν να απαντήσουν στις ανάγκες μιας χώρας που βρίσκεται μέσα σε πολέμους, οικονομικές αναταράξεις, γεωπολιτική ρευστότητα και κοινωνικές απαιτήσεις που δεν επιτρέπουν πειραματισμούς.

Η πολιτική δεν είναι σκηνή προσωπικής δικαίωσης. Είναι πεδίο ευθύνης. Και η διακυβέρνηση δεν είναι άσκηση εντυπώσεων. Είναι καθημερινή δοκιμασία επάρκειας.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από σταθερότητα, αλλά όχι από ακινησία. Από αλλαγές, αλλά όχι από τυχοδιωκτισμό. Από κοινωνική πολιτική, αλλά όχι από λεφτόδεντρα. Από θεσμική σοβαρότητα, αλλά όχι από φοβικότητα.

Οι πολίτες θυμούνται πια. Και επειδή θυμούνται, θα ζητήσουν από όλους κάτι πολύ απλό και πολύ αυστηρό: να πουν την αλήθεια. Για το κόστος των προτάσεών τους. Για το βάρος των αποφάσεών τους. Για το ποιοι είναι, τι εκπροσωπούν και πώς σκοπεύουν να κυβερνήσουν.

Γιατί στο τέλος, η δημοκρατία δεν ωριμάζει όταν πολλαπλασιάζονται οι φωνές. Ωριμάζει όταν οι πολίτες μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τη φωνή της ευθύνης από τον θόρυβο της ευκολίας.