Πάνω που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η εντύπωση ότι το ΠΑΣΟΚ είχε βαλτώσει δημοσκοπικά, ήρθε η έκπληξη. Η «βελόνα» πράγματι μετακινήθηκε, όχι όμως προς όφελός του. Αντί να καταγράψει άνοδο, το κόμμα υποχωρεί στην τρίτη θέση και, σε ορισμένες μετρήσεις, ακόμη και στην τέταρτη. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πρόκειται για πρόβλημα ηγεσίας ή για αποτυχία επικοινωνίας;

  • του Βασίλη Βρανά – Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας, Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ

Όσοι εστιάζουν στην ηγεσία αποδίδουν την ευθύνη κυρίως στον Νίκο Ανδρουλάκη. Το επιχείρημά τους είναι απλό έως και απλοϊκό: εμφανίζεται συχνά θυμωμένος και συστηματικά με καταγγελτικό λόγο, ενώ παράλληλα η Χαριλάου Τρικούπη δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο κυβερνητικό σχέδιο. Ως αποτέλεσμα, το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να διεκδικήσει με αξιώσεις τον ρόλο του βασικού αντιπάλου της κυβέρνησης. Από τη στιγμή, μάλιστα, που ο Αλέξης Τσίπρας επανήλθε στο πολιτικό προσκήνιο μέσω της ΕΛΑΣ, πολλοί θεωρούν ότι το παιχνίδι έχει πλέον γείρει οριστικά εις βάρος του.

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση του ζητήματος. Πέρα από τον πρόεδρό του, το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να αναδείξει νέα πρόσωπα που να εκπέμπουν αίσθηση ανανέωσης και να δικαιολογούν την αναφορά στον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο». Τα στελέχη που διέθεταν πολιτική δυναμική έχασαν το momentum μετά την ήττα τους στις εσωκομματικές εκλογές, ενώ η σημερινή κομματική δομή δεν φαίνεται να αφήνει αρκετό χώρο για την ανάδειξη μιας νέας γενιάς στελεχών.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στην ηγεσία. Η επικοινωνία παίζει εξίσου καθοριστικό ρόλο στη σημερινή εικόνα του κόμματος. Στη Χαριλάου Τρικούπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την πολιτική επικοινωνία κυρίως ως ζήτημα παρουσίας στα κοινωνικά δίκτυα. Στην πραγματικότητα, όμως, η επικοινωνία ξεκινά από κάτι βαθύτερο: από την ικανότητα ενός πολιτικού οργανισμού να αφηγηθεί με ειλικρίνεια τη δική του ιστορία.

Εκεί βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη αδυναμία του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα δεν έχει καταφέρει να αναμετρηθεί δημόσια με το παρελθόν του. Αντιθέτως, συχνά δίνει την εντύπωση ότι θεωρεί ως αποκλειστική πηγή του δημοσιονομικού εκτροχιασμού την περίοδο της κυβέρνησης Καραμανλή. Πριν και μετά από εκείνη τη φάση, σπάνια αναγνωρίζει δικές του ευθύνες. Δεν υπήρξε ποτέ ένας ουσιαστικός δημόσιος απολογισμός ούτε μια σαφής παραδοχή λαθών για το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί στην πορεία που οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Μια κρίση που εξάντλησε, με πρωτοφανή τρόπο, τα ελληνικά νοικοκυριά

Η προσπάθεια αποστασιοποίησης από αυτό το βάρος υπήρξε εμφανής. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη και αργότερα το Κίνημα Αλλαγής αποτέλεσαν ουσιαστικά απόπειρες επανατοποθέτησης του κόμματος στη δημόσια σφαίρα. Όμως το εγχείρημα δεν απέδωσε. Το rebranding ήταν αναγκαίο, αλλά δεν συνοδεύτηκε από μια πειστική πολιτική και ιδεολογική επανεκκίνηση.

Όταν η στρατηγική αυτή απέτυχε, η επιστροφή στο όνομα ΠΑΣΟΚ και στο ιστορικό του σύμβολο έγινε σχεδόν σπασμωδικά. Ακόμη και το «Καλημέρα Ήλιε» επανήλθε δειλά, παρότι τους είχε απαγορευτεί από την κόρη του Μάνου Λοΐζου την περίοδο των μνημονίων. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα πολιτικής αμφισημίας: ένα κόμμα που δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να εκπροσωπήσει το παρελθόν του ή να το υπερβεί.

Η αδυναμία αυτή αποτυπώνεται πλέον και στις δημοσκοπήσεις. Το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να οικοδομήσει τον ρόλο του θεσμικού αντιπάλου της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και όταν ένα πολιτικό κενό παραμένει ακάλυπτο, κάποιος αργά ή γρήγορα θα το καλύψει. Σήμερα, αυτόν τον ρόλο φαίνεται να διεκδικεί η ΕΛΑΣ.

Ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει το πλεονέκτημα της πρωθυπουργικής εμπειρίας, αλλά και τη δυναμική που δημιουργούν οι δημοσκοπήσεις. Εάν η τάση αυτή συνεχιστεί, είναι πιθανό να εξελιχθεί στον μοναδικό ουσιαστικό αντίπαλο της ΝΔ. Παράλληλα, θα προσελκύσει γύρω του στελέχη που αναζητούν πολιτική προοπτική και, κυρίως, την πιθανότητα συμμετοχής στην εξουσία -μια προοπτική που το ΠΑΣΟΚ δείχνει σήμερα αδύναμο να προσφέρει.

Ίσως, τελικά, το πιο οδυνηρό συμπέρασμα για τη Χαριλάου Τρικούπη να είναι ότι βρέθηκε για δεύτερη φορά να διευκολύνει (έστω έμμεσα) την πολιτική άνοδο του Αλέξη Τσίπρα.