Υπάρχει μια φράση που παλιότερα λεγόταν ψιθυριστά και σήμερα λέγεται με όλο και περισσότερη καθαρότητα: «Δεν θέλω παιδιά». Όχι «αργότερα», όχι «όταν στρώσουν τα πράγματα», όχι «να δούμε». Απλώς «όχι». Και αυτό, στην Ελλάδα, είναι ακόμα σαν να πατάς το κουμπί του συναγερμού: όλοι γυρίζουν να σε κοιτάξουν, λες και μόλις ανακοίνωσες ότι δεν πιστεύεις στη βαρύτητα.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Για δεκαετίες η τεκνοποίηση ήταν το default. Μια διαδρομή τόσο αυτονόητη που δεν τη συζητούσες καν. Σπούδαζες, δούλευες, παντρευόσουν, έκανες παιδιά και μετά έλεγες στους νεότερους «θα καταλάβεις». Η νέα γενιά, όμως, δεν θέλει να «καταλάβει». Θέλει να επιλέξει. Και αυτή η λέξη αλλάζει τα πάντα.
Το «όχι παιδιά» είναι πολλές κατηγορίες ανθρώπων κι όχι μόνο μία. Είναι επιλογή ζωής, είναι αναβολή που βαφτίζεται «όχι» για να σταματήσουν οι ερωτήσεις, είναι φόβος, είναι οικονομική λογική, είναι κλιματική ανησυχία, είναι ψυχική κούραση, είναι και μια σιωπηλή εξέγερση απέναντι σε μια κοινωνία που σου ζητά να φτιάξεις οικογένεια χωρίς να σου δίνει τους όρους για να τη στηρίξεις.
Στην Ελλάδα, το να κάνεις παιδί δεν είναι απλώς απόφαση αλλά πρότζεκτ υψηλού ρίσκου. Στέγη; Δύσκολη. Μισθοί; Οριακοί. Χρόνος; Ανύπαρκτος. Υποστήριξη; Άντε να βρεις. Και όταν κάποιος νέος λέει «δεν θέλω», συχνά αυτό που εννοεί είναι: δεν μπορώ να το κάνω με αξιοπρέπεια.
Αλλά δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι και η εποχή. Η νέα γενιά μεγάλωσε βλέποντας το μέλλον να γίνεται ασταθές. Η κλιματική κρίση δεν είναι θεωρία, είναι καλοκαίρια που δεν αντέχονται, φωτιές, ακραία φαινόμενα, μια γενική αίσθηση ότι το «αύριο» δεν είναι δεδομένο. Για κάποιους, το να μη φέρουν παιδί σε αυτόν τον κόσμο είναι μια μορφή ευθύνης. Το λένε και σοβαρεύει αμέσως η κουβέντα, γιατί ξαφνικά δεν μιλάς για lifestyle, μιλάς για υπαρξιακή επιλογή.
Υπάρχει και το άλλο, που δεν λέγεται πάντα: η ψυχική υγεία. Πολλοί νέοι δεν απορρίπτουν τα παιδιά, απορρίπτουν την ιδέα ότι πρέπει να γίνουν γονείς ενώ οι ίδιοι παλεύουν να σταθούν. Όταν έχεις μεγαλώσει με άγχος, με αβεβαιότητα, με την ανάγκη να «τα καταφέρεις» χωρίς να ξέρεις τι σημαίνει αυτό, η γονεϊκότητα μοιάζει σαν βήμα που δεν θέλεις να κάνεις στα τυφλά. Και φυσικά υπάρχει και η κοινωνική πίεση. Το «πότε θα κάνεις παιδιά;» παραμένει η πιο αθώα-καθόλου αθώα ερώτηση. Σαν να ρωτάς κάποιον πότε θα ωριμάσει. Σαν να υπονοείς ότι η ζωή του χωρίς παιδί είναι προσωρινή, μισή, ύποπτη. Η νέα ειλικρίνεια είναι ότι πολλοί νέοι δεν δέχονται πια αυτή τη συνθήκη. Ζητούν απλώς να σταματήσει ο κόσμος να θεωρεί τη δική του διαδρομή ως μοναδική. Το πραγματικό νέο στοιχείο δεν είναι ότι κάποιοι δεν θέλουν παιδιά, αυτό υπήρχε και στο παρελθόν.
Το νέο στοιχείο είναι ότι το λένε. Και το λένε χωρίς ντροπή. Γιατί η γενιά αυτή έχει κουραστεί να ζει με «πρέπει» που δεν βγαίνουν. Έχει κουραστεί να παριστάνει ότι θέλει κάτι μόνο και μόνο για να μη χαλάσει την εικόνα.
Το «όχι παιδιά» είναι μια απαίτηση για ειλικρίνεια. Αν μια κοινωνία θέλει να ξαναγίνει η τεκνοποίηση επιλογή που εμπνέει, πρέπει πρώτα να πάψει να είναι υποχρέωση που βαραίνει. Και να φτιάξει τους όρους, ώστε το «ναι» να μην ακούγεται σαν ηρωισμός, αλλά σαν κάτι φυσιολογικό, για όποιον πραγματικά το θέλει.











