Οι λογικές κατσαπλιαδισμού καλά κρατούν στον ασφαλιστικό κλάδο, με την Τράπεζα της Ελλάδος να μην ασκεί καμία ουσιαστική εποπτεία για τον τρόπο που λειτουργούν οι εταιρείες στην Ελλάδα, περιοριζόμενη στα τυπικά των δεικτών φερεγγυότητας, ενώ ο… ύπνος του δικαίου έχει τον πρώτο λόγο στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Political», χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περίφημο δικαίωμα συμβολαίου, που υποτίθεται ότι είναι το ποσό που εισπράττεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες και περιλαμβάνεται στο συνολικό ασφάλιστρο που πληρώνει ο πελάτης και αφορά τα διοικητικά έξοδα και τα έξοδα διαχείρισης που επωμίζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Το κόστος και η αδιαφάνεια
Πόσο όμως υπολογίζεται αυτό το δικαίωμα; Κανένας δεν ξέρει πλην αυτών που το έχουν καθορίσει. Πόσο είναι σε κάθε συμβόλαιο; Κανένας δεν ξέρει ή, για την ακρίβεια, οι μόνοι που μπορεί να ξέρουν είναι οι μεσίτες ασφαλίσεων που δεν εισπράττουν ποσοστά από το δικαίωμα στις ασφάλειες που έχουν πουλήσει.
Και σε αυτό το σημείο αρχίζει η αδιαφάνεια, καθώς υπάρχουν συμβόλαια όπου το δικαίωμα ξεπερνά και το 30% της αξίας του συμβολαίου. Δηλαδή σε ένα συμβόλαιο 2.000 ευρώ το δικαίωμα μπορεί να υπερβαίνει τα 600 ευρώ επιβαρύνοντας τον καταναλωτή.
Αν και κατά πόσο
Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν και κατά πόσο το συγκεκριμένο ποσό απλώς αυξάνει την κερδοφορία των ασφαλιστικών και αν υπολογίζεται στον λογαριασμό που κάνουν οι ασφαλιστικές εταιρίες για να διαφανεί αν και κατά πόσο τα συμβόλαια που έχουν πουλήσει είναι ελλειμματικά.
Είναι προφανές ότι αν το δικαίωμα δεν υπολογίζεται πουθενά, ουσιαστικά οι ασφαλιστικές με τρόπο αυθαίρετο -άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο- ουσιαστικά εξαπατούν τους καταναλωτές αλλά και την Πολιτεία.
Και αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μια χρέωση ειδικού τύπου για διαχειριστικά έξοδα και έξοδα διοίκησης, καθώς ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο η εταιρεία δεν έχει κίνητρο να μειώσει τις δαπάνες της προς όφελος του πελάτη και να τιμολογήσει χαμηλότερα προσφέροντας ανταγωνιστικές τιμές.
Ο μύθος
Το δικαίωμα συμβολαίου πάντως, που σε πολλές περιπτώσεις έχει ενσωματωθεί στον λογαριασμό ασφαλίστρων αυθαίρετα από τις ασφαλιστικές, έρχεται ουσιαστικά να διαλύσει και τον μύθο των προμηθειών που εισπράττουν οι μεσίτες ασφαλίσεων, για τις οποίες υπάρχει χρόνια τώρα η «καραμέλα» των ασφαλιστικών εταιρειών ότι επιβαρύνουν το κόστος της ασφάλισης. Προκειμένου να γίνει αντιληπτός ο τρόπος που λειτουργούν οι ασφαλιστικές εταιρείες στη χώρα μας, αρκεί να ανατρέξει στην ισχύουσα νομοθεσία για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια.
Αοριστία
Πρόκειται για μια νομοθεσία που χρονολογείται από το 1997 -τότε που η ασφαλιστική αγορά, όπως έχει αποδειχτεί από διάφορα σκάνδαλα, ήταν ξέφραγο αμπέλι- και στη συνέχεια έχουμε δύο νόμους που ψηφίστηκαν το 2016 και το 2018. Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά τις διατάξεις, διαπιστώνει αοριστία και κυρίως δεν διαπιστώνει πώς ακριβώς εμφιλοχώρησε το περίφημο δικαίωμα συμβολαίου στις ασφαλιστικές συμβάσεις. Μάλιστα, φαίνεται στον νόμο του 2016 να υπάρχουν εξουσιοδοτικές διατάξεις για τα στοιχεία που πρέπει να ζητά η Τράπεζα της Ελλάδος που ασκεί την εποπτεία, αλλά επί του ζητήματος ουδέν έγινε.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως μπορεί να γίνει κατανοητό, απλώς κοιτάζει τους δείκτες και δεν προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο των τιμολογήσεων και του τρόπου εφαρμογής τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει πεδίο αυθαιρεσίας από τις ασφαλιστικές, οι οποίες και κάνουν ό,τι θέλουν και λογαριασμό δεν δίνουν, αλλά κατά τα άλλα τούς φταίνε τα παλαιά συμβόλαια υγείας, τα οποία χαρακτηρίζουν ζημιογόνα.












