Ο Ριφάατ αλ Άσαντ, αδελφός του αείμνηστου Σύρου προέδρου Χαφέζ αλ Άσαντ και διαβόητος ως «Χασάπης της Χάμα» για τον ρόλο του στην αιματηρή καταστολή της ισλαμιστικής εξέγερσης του 1982, πέθανε την Τρίτη 20 Ιανουαρίου σε ηλικία 88 ετών. Σύμφωνα με δύο πηγές που γνώριζαν τις λεπτομέρειες, ο θάνατός του σημειώθηκε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Πρώην ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού, ο Ριφάατ είχε συμβάλει καθοριστικά στο πραξικόπημα του 1970 που έφερε τον Χαφέζ αλ Άσαντ στην εξουσία και εδραίωσε την αυταρχική κυριαρχία του. Παρά τα χρόνια εξορίας του – κυρίως στη Γαλλία – συνέχισε να καλλιεργεί φιλοδοξίες διαδοχής. Επέστρεψε στη Συρία το 2021, αλλά έφυγε ξανά το 2024, μετά την πτώση του ανιψιού του, Μπασάρ αλ Άσαντ.
Μετά τον θάνατο του Χαφέζ το 2000, ο Ριφάατ αμφισβήτησε ανοιχτά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπασάρ, αυτοπροβάλλοντας ως νόμιμος διάδοχος – μια κίνηση που δεν είχε ουσιαστικό αντίκτυπο. Το 2011, από το εξωτερικό πλέον, κάλεσε τον Μπασάρ να παραιτηθεί για να αποτραπεί εμφύλια σύγκρουση.
Περισσότερα από δέκα χρόνια αργότερα, ο Μπασάρ – τότε ακόμη στην εξουσία – του επέτρεψε να επιστρέψει στη Συρία, διευκολύνοντάς τον να αποφύγει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης στη Γαλλία, όπου είχε καταδικαστεί για απόκτηση τεράστιας περιουσίας μέσω υπεξαίρεσης κρατικών κεφαλαίων. Μετά την ανατροπή του Μπασάρ, ο Ριφάατ προσπάθησε να διαφύγει μέσω ρωσικής βάσης, αλλά απορρίφθηκε η είσοδός του και τελικά πέρασε στον Λίβανο διασχίζοντας ποτάμι με τη βοήθεια στενού συνεργάτη.
Η επίθεση στη Χάμα
Γεννημένος στην Καρντάχα, προπύργιο της αλαουιτικής κοινότητας, ο Ριφάατ εξελίχθηκε σε κεντρική μορφή του καθεστώτος μετά το πραξικόπημα του 1970. Το 1982 ηγήθηκε των ειδικών δυνάμεων που κατέστειλαν βίαια την εξέγερση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Χάμα – μια επιχείρηση τριών εβδομάδων που άφησε πίσω της δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και θεωρείται πρότυπο για τις μεθόδους που αργότερα χρησιμοποίησε ο Μπασάρ.
Το Συριακό Δίκτυο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα εκτιμούσε το 2022 ότι οι νεκροί άμαχοι κυμαίνονταν μεταξύ 30.000 και 40.000. Το 2024, η Ελβετία ανακοίνωσε ότι θα προχωρούσε σε δίωξη του Ριφάατ για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το κατηγορητήριο ανέφερε ότι τα θύματα μπορεί να έφτασαν ακόμη και τις 60.000. Οι δικηγόροι του απέρριπταν κάθε κατηγορία.
Η σύγκρουση με τον Χαφέζ
Η δράση του στη Χάμα ενίσχυσε τη θέση του στο καθεστώς. Όπως περιγράφει ο Πάτρικ Σιλ στο βιβλίο «Άσαντ: Ο Αγώνας για τη Μέση Ανατολή», η επιτυχία του απέναντι στην Αδελφότητα τον έκανε σημείο αναφοράς για στελέχη που ανησυχούσαν για την υγεία του Χαφέζ το 1983. Το 1984 έγινε αντιπρόεδρος, αλλά σύντομα προσπάθησε να επηρεάσει την κυβέρνηση, προκαλώντας την οργή του αδελφού του.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν ο Ριφάατ διέταξε τις δυνάμεις του να καταλάβουν στρατηγικά σημεία στη Δαμασκό. Ο Χαφέζ τον απέτρεψε από την ένοπλη σύγκρουση και ο Ριφάατ τελικά εγκατέλειψε τη χώρα μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος.
Η ζωή στην Ευρώπη και οι δικαστικές περιπέτειες
Στην Ευρώπη, ο Ριφάατ δημιούργησε εικόνα μεγιστάνα, ζώντας μεταξύ Γενεύης, Γαλλίας και Ισπανίας. Στη Μαρμπέγια κυκλοφορούσε με πολυάριθμη φρουρά και διέθετε πολυτελή ακίνητα. Ωστόσο, ο πλούτος του έγινε αντικείμενο ερευνών.
Το 2020, γαλλικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε τετραετή φυλάκιση για παράνομη απόκτηση περιουσίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Διατάχθηκε η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων στη Γαλλία και στο Λονδίνο. Ο ίδιος αρνιόταν τις κατηγορίες.
Η επιστροφή του στη Συρία το 2021 παρουσιάστηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα ως κίνηση για να αποφύγει τη φυλάκιση στη Γαλλία, χωρίς πρόθεση πολιτικής ανάμειξης. Το 2023 εμφανίστηκε σε φωτογραφία δίπλα σε έναν χαμογελαστό Μπασάρ.












