Η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) αποτελεί σήμερα τον βασικό μοχλό μετασχηματισμού των σύγχρονων οικονομιών. Από την παραγωγή και την υγεία έως τη δημόσια διοίκηση και την εκπαίδευση, η αξιοποίησή της επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται τα κράτη και λειτουργούν οι αγορές.
Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτή τη μετάβαση, αλλά με έναν τρόπο αντιφατικό: εμφανίζει σημαντική πρόοδο σε επιμέρους τομείς και ιδιαίτερα σε επίπεδο κοινωνίας και ψηφιακών υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα παραμένει πίσω στη συστηματική επιχειρηματική αξιοποίηση και στη δομική ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή.
Μια χώρα σε μεταβατικό ψηφιακό στάδιο
Η εικόνα της τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες και ιδιαίτερα οι νεότερες ηλικίες, υιοθετούν γρήγορα εργαλεία παραγωγικής AI στην εκπαίδευση, στην εργασία και στην καθημερινή ζωή. Από την άλλη, η διείσδυση της τεχνολογίας στις επιχειρήσεις παραμένει χαμ
ηλή, κοντά στο 9%, σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ που υπερβαίνει το 20%.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει ένα βαθύτερο ζήτημα, ότι η Ελλάδα διαθέτει ψηφιακά ώριμο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά όχι ακόμη μια οικονομία ικανή να αξιοποιήσει πλήρως αυτό το πλεονέκτημα.
Η δομή της ελληνικής οικονομίας ως ανασταλτικός παράγοντας
Η περιορισμένη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται άμεσα με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής παραγωγικής βάσης.
- Κυριαρχία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων
- Περιορισμένοι επενδυτικοί πόροι
- Χαμηλή ένταση έρευνας και ανάπτυξης
- Έλλειψη ολοκληρωμένης ψηφιακής στρατηγικής
Ιδιαίτερα στους παραδοσιακούς κλάδους, όπως ο τουρισμός και η εστίαση, η αξιοποίηση της AI παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, γεγονός που επιβραδύνει συνολικά τον τεχνολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας.

Έτσι διαμορφώνεται ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλής τεχνολογικής έντασης, το οποίο δυσκολεύεται να συμβαδίσει με τις διεθνείς εξελίξεις.
Το ελληνικό παράδοξο της ατομικής χρήσης
Παρά τη χαμηλή επιχειρηματική υιοθέτηση, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης από άτομα στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακά υψηλή και συγκρίσιμη με προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι νέοι εμφανίζουν από τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης παραγωγικής AI στον ανεπτυγμένο κόσμο, δημιουργώντας μια νέα ψηφιακή γενιά με αυξημένες δεξιότητες.
Το φαινόμενο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα:
- ευκαιρία, γιατί μπορεί να επιταχύνει τη μελλοντική υιοθέτηση της AI στην οικονομία,
- κίνδυνο, καθώς ενδέχεται να διευρύνει το χάσμα μεταξύ γενεών και δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.
Η κρατική χρησιμότητα της τεχνητής νοημοσύνης
Εκεί όπου η Ελλάδα παρουσιάζει πιο ορατή πρόοδο είναι ο δημόσιος τομέας.
Τα τελευταία χρόνια, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους δημιούργησε τις βάσεις για την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης σε κρίσιμες λειτουργίες.
Υγεία και κοινωνικές υπηρεσίες
Η AI μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά:
- στην ανάλυση ιατρικών δεδομένων και την ταχύτερη διάγνωση,
- στη διαχείριση ηλεκτρονικών φακέλων ασθενών,
- στη βελτιστοποίηση πόρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας,
- στην πρόληψη και επιδημιολογική επιτήρηση.

Η σταδιακή ενσωμάτωση τέτοιων συστημάτων οδηγεί σε ένα πιο αποδοτικό και προληπτικό μοντέλο υγείας.
Δημόσια διοίκηση και εξυπηρέτηση πολιτών
Η τεχνητή νοημοσύνη δίνει τη δυνατότητα:
- αυτοματοποίησης γραφειοκρατικών διαδικασιών,
- ταχύτερης εξυπηρέτησης πολιτών μέσω ψηφιακών βοηθών,
- καλύτερης αξιοποίησης δεδομένων για χάραξη πολιτικής,
- ενίσχυσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Η μετάβαση αυτή μετατρέπει σταδιακά το κράτος από διοικητικό μηχανισμό καθυστερήσεων σε ψηφιακή πλατφόρμα υπηρεσιών.
Φορολογικός έλεγχος και δημόσια οικονομικά
Η χρήση αλγορίθμων ανάλυσης δεδομένων επιτρέπει:
- εντοπισμό φοροδιαφυγής,
- στοχευμένους ελέγχους,
- αύξηση δημοσίων εσόδων,
- δικαιότερη κατανομή φορολογικών βαρών.

Πρόκειται για μία από τις πιο άμεσες και μετρήσιμες εφαρμογές της AI στη λειτουργία του κράτους.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως μοχλός μακροπρόθεσμης ανάπτυξης
Σε διεθνές επίπεδο διαμορφώνεται πλέον μια ευρεία συναίνεση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσει βασικό παράγοντα ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης σε βάθος χρόνου. Η επίδραση αυτή, ωστόσο, δεν προκύπτει αυτόματα από την απλή υιοθέτηση της τεχνολογίας.
Αντίθετα, προϋποθέτει συστηματικές επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων, ουσιαστική αναδιοργάνωση των επιχειρηματικών μοντέλων, στενή σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και ενεργό ρόλο του κράτους ως επιταχυντή αλλά και ρυθμιστή της τεχνολογικής μετάβασης. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η τεχνητή νοημοσύνη κινδυνεύει να περιοριστεί σε εργαλείο καθημερινής ευκολίας για τους πολίτες, χωρίς να μετατραπεί σε πραγματικό παράγοντα εθνικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.
Το κρίσιμο σταυροδρόμι της επόμενης δεκαετίας
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια ιστορική επιλογή που θα καθορίσει τη θέση της στη νέα ψηφιακή εποχή.
Από τη μία πλευρά, διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με υψηλό βαθμό ψηφιακής εξοικείωσης, βελτιωμένες κρατικές ψηφιακές υποδομές και ένα οικοσύστημα καινοτομίας που παρουσιάζει σταδιακή ανάπτυξη. Από την άλλη, η μετατροπή αυτών των πλεονεκτημάτων σε διατηρήσιμη οικονομική πρόοδο εξαρτάται από τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την πραγματοποίηση στοχευμένων επενδύσεων και τη στρατηγική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Εφόσον οι παράγοντες αυτοί συνδυαστούν αποτελεσματικά, η χώρα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει το σημερινό τεχνολογικό χάσμα σε ουσιαστικό αναπτυξιακό άλμα. Σε διαφορετική περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραμείνει μια κοινωνία που χρησιμοποιεί εκτεταμένα την τεχνητή νοημοσύνη σε ατομικό επίπεδο, χωρίς όμως να κατορθώνει να την αξιοποιήσει συλλογικά προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.
Η πορεία της τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα αποτυπώνει μια μετάβαση δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά διαμορφώνεται μια κοινωνία που προσαρμόζεται γρήγορα στο ψηφιακό μέλλον και υιοθετεί νέες τεχνολογίες στην καθημερινότητά της.

Από την άλλη, η οικονομία μετασχηματίζεται με πιο αργούς ρυθμούς, ενώ το κράτος επιχειρεί να αναλάβει ρόλο καταλύτη αυτής της αλλαγής μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό των υπηρεσιών και των θεσμών.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η απλή υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η ικανότητα μετατροπής της σε μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, κοινωνικής προόδου και αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Σε αυτό το σημείο θα κριθεί τελικά και η θέση της Ελλάδας στη νέα εποχή που διαμορφώνει η τεχνητή νοημοσύνη.












