
Διπλή στόχευση φαίνεται να έχει η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού για επίσπευση των συζητήσεων και των διαδικασιών για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αφενός να προχωρήσει σε μια θεσμική μεταρρύθμιση μάλλον τολμηρή (ειδικώς ως προς τα άρθρα 86 (περί ευθύνης υπουργών) και 103 (άρση μονιμότητας δημοσίων υπαλλήλων), αφετέρου να καλλιεργήσει κλίμα, με το βλέμμα στραμμένο στην αντιπολίτευση και ειδικότερα στο ΠΑΣΟΚ (πρόταση του οποίου είναι, μεταξύ άλλων, η αλλαγή του άρθρου για την εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης).
Πρόκειται πάντως για την κατεξοχήν θεσμική πρωτοβουλία, που ανέλαβε ο πρωθυπουργός. Σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία φαινομενικά δεν ευνοούνται οι πολιτικές συναινέσεις. Και η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει συνεννόηση και συναίνεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ή έστω κάποιων από αυτές και ο σχεδιασμός είναι φανερό ότι εντάσσεται στην επιδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη να καλλιεργήσει το πολιτικό κλίμα εν όψει των προσεχών εθνικών εκλογών.
Εφόσον αυτά δρομολογηθούν, θεωρείται βέβαιον ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα θέσει και τη συνταγματική αναθεώρηση στο επίκεντρο της εκλογικής του στρατηγικής, ως ένα πρώτο ίχνος διαχωριστικών γραμμών ή δυνατότητας συνεννόησης, διεκδικώντας και με αυτήν την αιτιολόγηση την αυτοδυναμία, ή πάντως τη μεγαλύτερη δυνατή κοινοβουλευτική ισχύ. Δεδομένου (και όπως προεξοφλείται) η παρούσα Βουλή θα είναι δύσκολο να δώσει λευκή εντολή (180 ψήφους) στην επόμενη, ώστε να αλλάξει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων με απλή πλειοψηφία μετά από τις εκλογές, η συζήτηση για το Σύνταγμα προμηνύεται ως μια εικόνα από το μέλλον. Σε αυτήν αναμένεται ότι θα κυριαρχήσει η πρόκληση των συναινέσεων, είναι δε πιθανό να τεθούν και οι βάσεις για την πολιτική συζήτηση μετά τις εκλογές, αναλόγως φυσικά και των αποτελεσμάτων.
Γεγονός είναι πάντως πως με το πολιτικό κλίμα που υπάρχει ελάχιστες αν όχι μηδαμινές είναι οι πιθανότητες να επιτευχθούν συναινέσεις. Αυτό διαφαίνεται και από τις πρώτες αντιδράσεις του συνόλου των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αλλά με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα και την αριθμητική της Βουλής, σαφώς μια διάταξη, ας πούμε, για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών θα μπορούσε να περάσει εύκολα ακόμα και με 300 ψήφους από τη σημερινή ή και την επόμενη Βουλή. Μπορεί να περάσει επίσης ένα άρθρο για την Προστασία του Περιβάλλοντος ή έστω την εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά από εκεί και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα, τα πιο σύνθετα, που απαιτούν επεξεργασία, σκέψη και ευρύτερη πολιτικά προσέγγιση.
Για παράδειγμα, η κυβέρνηση θέτει το θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων όσο και την ουσία της υπόθεσης, που είναι αν θα μπορεί να καταργηθεί -υπό προϋποθέσεις- η μονιμότητα.
Η κοινή γνώμη, όπως δείχνουν οι έρευνες, είναι με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της άρσης της μονιμότητας, όπως επίσης και μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων. Ποιο κόμμα όμως από τα υπάρχοντα στην αντιπολίτευση θα ψηφίσει υπέρ της άρσης έστω και με προϋποθέσεις ; Κατά πάσα πιθανότητα κανένα.
Όμως, και αυτό έχει τη σημασία του. Η αναθεώρηση του Συντάγματος θα αποτελέσει ένα προεκλογικό χαρτί στα χέρια της κυβέρνησης, καθώς οι αλλαγές που προτείνει αποτελούν μια θεσμική τομή. Η αντιπολίτευση, και κυρίως το ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει και να τοποθετηθεί επί της κυβερνητικής πρότασης και, στον βαθμό που θα διαφωνήσει, να υποβάλει τις δικές της προτάσεις. Η πρόκληση είναι μεγάλη και η ωσεί παρούσα αντιπολίτευση, βυθισμένη στα προβλήματά της και αναμένοντας με αγωνία την εμφάνιση των νέων κομμάτων, ας σταματήσει να μιλά για «προσχηματικές» πρωτοβουλίες και…προεκλογικά κόλπα Μητσοτάκη.
Η κοινωνία, η χώρα έχει ανάγκη την επικαιροποίηση του Συντάγματος και την κατάργηση καταχρηστικών και αντιλαϊκών ρυθμίσεων που περιέχει. Δεν πρέπει να χαθεί άλλη ευκαιρία, όπως αυτή πριν δέκα χρόνια , όταν και πάλι η τότε αντιπολίτευση (Γ. Παπανδρέου-ΠΑΣΟΚ) τορπίλισε την αναθεώρηση του Συντάγματος, που είχε προτείνει η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Και θα χαθεί και πάλι η ευκαιρία σήμερα αν επαληθευτούν τα δημοσκοπικά ευρήματα και δεν επιτευχθεί αυτοδυναμία στις εκλογές.Κι αυτό γιατί είναι πιθανό να μην υπάρξει καν μία πλειοψηφία επαρκής, ώστε να ολοκληρώσει τη διαδικασία της αναθεώρησης στην επόμενη Βουλή.
Ίσως μπορεί να κατανοήσει κανείς γιατί η συζήτηση που ανοίγει με την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού, έχει περισσότερο πολιτική, παρά θεσμική αξία. Και στην περίπτωση αυτή η κυβέρνηση , μετά την πιθανολογούμενη άρνηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης να συμβάλουν στην αναθεώρηση του Συντάγματος, θα ωφεληθεί, αφού στον δρόμο προς τις εκλογές θα βρεθεί σε πλεονεκτική θέση.











