Για έναν 20άρη στην Ελλάδα, ο στρατός είναι ένα δεδομένο. Σαν να σου λένε από μικρό: «κάποια στιγμή θα πατήσεις παύση στη ζωή σου». Κι όχι επειδή το διάλεξες. Επειδή έτσι γίνεται. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρώτο σοκ: σε μια εποχή που όλα συζητιούνται, ο στρατός παραμένει εκτός συζήτησης.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Η επίσημη αφήγηση τον παρουσιάζει ως τελετουργία ενηλικίωσης. Θα «ψηθείς». Θα μάθεις πειθαρχία. Θα δεις πώς είναι «η πραγματική ζωή». Μόνο που για πολλούς νέους η πραγματική ζωή έχει ήδη ξεκινήσει, με δουλειές επισφαλείς, σπουδές, άγχος, μετακινήσεις, λογαριασμούς. Ο στρατός δεν έρχεται να τους ενηλικιώσει. Έρχεται να τους διακόψει.
Το πιο περίεργο δεν είναι η δυσκολία. Είναι η αίσθηση του κενού. Μήνες που δεν προσθέτουν δεξιότητες, δεν δίνουν προοπτική, δεν συνδέονται με τίποτα μετά. Η καθημερινότητα γεμίζει με αναμονή: να περάσει η ώρα, να περάσει η μέρα, να περάσει η θητεία. Για μια γενιά που έχει μάθει να τρέχει για να μη μείνει πίσω, αυτή η αναμονή μοιάζει σχεδόν τιμωρία.
Και μετά είναι η αντίφαση: σου λένε ότι ο στρατός «σε μαθαίνει να σέβεσαι», αλλά συχνά σε μαθαίνει απλώς να αντέχεις. Να μη μιλάς. Να μη ρωτάς. Να μη ζητάς εξηγήσεις. Όχι γιατί όλα λειτουργούν, αλλά γιατί έτσι γλιτώνεις μπλεξίματα. Κάπως έτσι, η πειθαρχία μεταφράζεται σε σιωπή και η ωριμότητα σε προσαρμογή.
Δεν είναι ότι οι νέοι απορρίπτουν συλλήβδην την έννοια της προσφοράς ή της άμυνας της χώρας. Αυτό που απορρίπτουν είναι το αίσθημα ότι βρίσκονται σε έναν θεσμό που δεν τους βλέπει. Που λειτουργεί με λογική άλλων δεκαετιών. Που δεν αξιοποιεί γνώσεις, σπουδές, δεξιότητες. Που αντιμετωπίζει όλους το ίδιο, άρα και όλους λάθος.
Για πολλούς 20άρηδες, ο στρατός είναι η πρώτη μεγάλη επαφή με το «η Ελλάδα δεν αλλάζει». Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη. Στη γραφειοκρατία. Στην αυθαιρεσία. Στην έλλειψη νοήματος. Και αυτό αφήνει αποτύπωμα. Γιατί όταν ο πρώτος μεγάλος θεσμός που σε αγγίζει ως ενήλικα μοιάζει ξεκομμένος από την εποχή σου, δύσκολα του χαρίζεις εμπιστοσύνη.
Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές συντροφικότητας. Παρέες που δένονται. Ιστορίες που θα λέγονται χρόνια μετά. Αυτά δεν είναι αμελητέα. Αλλά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν έναν θεσμό που στηρίζεται περισσότερο στην αδράνεια παρά στον σκοπό του.
Η ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι αν ο στρατός «χρειάζεται». Είναι αν έτσι όπως είναι, μιλά στη γενιά που καλείται να τον υπηρετήσει. Αν την προετοιμάζει για κάτι ή απλώς τη βάζει σε αναμονή μέχρι να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε.
Για έναν 20άρη σήμερα, ο στρατός δεν είναι ούτε μύηση ούτε καταστροφή. Είναι καθρέφτης. Του δείχνει πώς λειτουργεί η Ελλάδα όταν δεν την πιέζεις να αλλάξει. Και αυτό ίσως είναι το πιο χρήσιμο -αλλά και το πιο ανησυχητικό- μάθημα που παίρνει.











