Την επίσημη ενεργοποίηση για την έναρξη του due diligence από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, που επανέρχεται στο προσκήνιο, σηματοδοτεί η σημερινή τετραμερής υπό τον Επίτροπο Ενέργειας Γιόργκενσεν στη Λευκωσία.
Η τετραμερής που ζητήθηκε από τον Δανό Επίτροπο έχει τη σημασία της, καθώς σε αυτήν, όπως γράφει ο Γιώργος Φιντικάκης στην εφημερίδα «Political», έκτος από τους δύο υπουργούς Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και Μιχάλη Δαμιανό, θα συμμετάσχει και ο αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ Γιάννης Τσακίρης, προς τον οποίο και υπεβλήθη προ μηνός το κοινό αίτημα για χρηματοδότηση από Αθήνα και Λευκωσία.
Εναρκτήριο λάκτισμα της διαδικασίας
Στην πράξη, η συνάντηση που γίνεται στο περιθώριο του άτυπου Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας, το οποίο διεξάγεται σήμερα και αύριο στη Λευκωσία, πιθανότατα να σημάνει και το εναρκτήριο λάκτισμα της διαδικασίας από πλευράς ΕΤΕπ, αφού πρώτα ο φορέας υλοποίησης του έργου ΑΔΜΗΕ πάρει το πράσινο φως από τους δύο υπουργούς για να υποβάλει προς την τράπεζα το σχετικό αίτημα. Καθόλου τυχαία ότι στη σημερινή συνάντηση στην κυπριακή πρωτεύουσα το «παρών» θα δώσει και ο διευθύνων σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ Μάνος Μανουσάκης. Στην ουσία, η σημερινή συνάντηση στη Λευκωσία μπορεί να βάλει τις βάσεις για να πάρει μπρος η διαδικασία της μελέτης για τη δέουσα επιμέλεια (due diligence) γύρω από τον Great Sea Interconnector που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, θα διαρκέσει γύρω στους 6-7 μήνες.
Τότε, όταν δηλαδή γύρω στον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο θα έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της ΕΤΕπ, θα φανεί και τι ύψους θα είναι η δανειοδότηση που θα εγκρίνει για το έργο. Οι πληροφορίες γύρω από το πιθανό ποσό μιλούν για δάνειο ύψους 1 δισ. ευρώ. Ο προϋπολογισμός ωστόσο του έργου εκτιμάται ότι έχει ξεπεράσει τα αρχικά επίπεδα των 2 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, η σημερινή συνάντηση στη Λευκωσία θα δείξει και κάτι άλλο, κατά πόσο η κίνηση του Κύπριου υπουργού Ενέργειας Μιχάλη Δαμιανού να αιτηθεί προ μερικών εβδομάδων στην ΕΤΕπ τη δανειοδότηση του project, από κοινού με τον Έλληνα ομόλογό του, σημαίνει πράγματι την πολιτική επαναδέσμευση της Λευκωσίας στο GSI.
Η απάντηση Γιόργκενσεν στα πλάνα της Τουρκίας
Το μομέντουμ της σημερινής συνάντησης και η παρουσία Γιόργκενσεν έχουν μια επιπλέον σημασία, καθώς προ ημερών ο Επίτροπος έβαλε και επίσημα τίτλους τέλους στις προσπάθειες της τουρκοκυπριακής και της τουρκικής πλευράς να αποκτήσει ευρωπαϊκή «σφραγίδα» το καλώδιο με τα Κατεχόμενα. Σε απάντηση που έδωσε την Παρασκευή ο Επίτροπος στην ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ και αντιπροέδρου των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών Γιάννη Μανιάτη σχετικά με το καλώδιο του ψευδοκράτους, αναφέρει ότι η διασύνδεση Τουρκίας – Κατεχομένων «δεν έχει καθεστώς έργου αμοιβαίου ενδιαφέροντος και δεν μπορεί να επωφεληθεί από χρηματοδότηση της ΕΕ». Και σημειώνει ότι «η Επιτροπή, στην έκθεσή της το 2025 για τη διεύρυνση, εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με το προαναφερθέν έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής κοινότητας», προσθέτοντας ότι «το εν λόγω έργο διασύνδεσης δεν περιλαμβάνεται στο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων του 2026».
Στην πράξη η απάντηση κλείνει κάθε παράθυρο να αποκτήσει το παραπάνω σχέδιο ευρωπαϊκό «μανδύα», πίσω από το οποίο βρίσκεται ο τούρκος Διαχειριστής (TEİAŞ), ο οποίος συμμετέχει με ρόλο παρατηρητή στον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο των Διαχειριστών Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO -E). Αυτό βέβαια απαιτεί να… αποψυχθεί και στην πράξη το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, κρίσιμο ορόσημο για το οποίο αποτελεί η πρωτοβουλία Αθήνας και Λευκωσίας να απευθυνθούν από κοινού στην ΕΤΕπ. Η κίνηση είχε τη λογική ότι βοηθά αμφότερες να βγουν από το αδιέξοδο στο οποίο είχαν μπει τον περασμένο Νοέμβριο, όταν για να σταματήσει το πολύμηνο «blamegame» για το καλώδιο συμφώνησαν να αναθέσουν σε ξένο οίκο την επικαιροποίηση των οικονομικοτεχνικών του παραμέτρων, χωρίς αυτό να καταστεί τελικά εφικτό. Τώρα η πρωτοβουλία να αναλάβει τα ηνία της αξιολόγησης η ΕΤΕπ έχει το πλεονέκτημα όχι μόνο ότι πρόκειται για ένα θεσμικό τραπεζικό παράγοντα του οποίου η αξιοπιστία δεν αμφισβητείται, αλλά και ότι έχει κάθε λόγο να διεξάγει για τον GSI μια μελέτη αντικειμενική και ισορροπημένη.
Κι αυτό καθώς βάσει αυτής ακριβώς της μελέτης θα βγάλει -πιθανότατα- στη συνέχεια και τα κεφάλαια από τα ταμεία της για να δανειοδοτήσει το GSI. Στο σενάριο μάλιστα που το due diligence εισηγηθεί μια σειρά από βελτιώσεις στα τεχνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του, τότε ουδείς μπορεί να αποκλείσει να εμφανιστούν και άλλοι επενδυτές.
Τι θα αφορά η μελέτη
Σύμφωνα με πηγές κοντά στη διαδικασία, η μελέτη δέουσας επιμέλειας θα αφορά από τα κόστη και το Σταθμισμένο Μέσο Κόστος Κεφαλαίου (WACC), βάσει του όπου προκύπτει η απόδοση του έργου, μέχρι την ανάγκη βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου και την τακτοποίηση των όποιων οικονομικών εκκρεμοτήτων. Καμία αλλαγή δεν πρόκειται να επέλθει στη «Διασυνοριακή Συμφωνία Κατανομής Κόστους» (Cross Border Cost Allocation), όπως και στη Μελέτη Κόστους Οφέλους (CBA), όπως είχε επισημάνει από τον Δεκέμβριο ο ίδιος ο Γιόργκενσεν. Σημειωτέον ότι ο Δανός Επίτροπος ήταν από τους πρώτους που είχαν τονίσει ότι δεν χρειάζεται νέα μελέτη βιωσιμότητας για το project, όπως επέμενε μέχρι πρότινος η κυπριακή πλευρά.
















