Ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz μεταβαίνει στην Ουάσινγκτον για συνομιλίες με τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, σε μια επίσκεψη που είχε προγραμματιστεί εδώ και καιρό, αλλά πλέον διεξάγεται υπό τη βαριά σκιά της κλιμακούμενης σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν.
Ο Μερτς γίνεται ο πρώτος ξένος ηγέτης που συναντά δημόσια τον Τραμπ μετά την έναρξη των τελευταίων αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο συμβολικό και πολιτικό βάρος στη συνάντηση.
Βερολίνο: Καμία πρόθεση συμμετοχής

Μπροστά στα σενάρια περί πιθανής ευρωπαϊκής εμπλοκής, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ ξεκαθάρισε τη θέση του Βερολίνου:
«Δεν έχουμε καμία πρόθεση να συμμετάσχουμε», δήλωσε, διευκρινίζοντας ότι η όποια αναφορά σε «αμυντικά στρατιωτικά μέτρα» αφορά αποκλειστικά την προστασία Γερμανών στρατιωτών που σταθμεύουν σε βάσεις στην Ιορδανία και το Ιράκ, σε περίπτωση που δεχθούν επίθεση.
Η Γερμανία, όπως και η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλώνει πολιτική στήριξη προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά απορρίπτει ρητά οποιαδήποτε επιθετική στρατιωτική εμπλοκή.
Το «δίλημμα» του Μερτς
Ο Μερτς καταδίκασε τις επιθέσεις του Ιράν κατά του Ισραήλ και αμερικανικών στόχων, ωστόσο παραδέχθηκε ότι η κατάσταση δημιουργεί ένα «δίλημμα» για τη Γερμανία.
Από τη μία πλευρά, το Βερολίνο ευθυγραμμίζεται πολιτικά με την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ. Από την άλλη, αναγνωρίζεται ότι τα αρχικά πλήγματα κατά του Ιράν δεν καλύπτονται σαφώς από το διεθνές δίκαιο.
Παρά ταύτα, ο Γερμανός καγκελάριος τόνισε ότι «δεν είναι η στιγμή να κάνουμε κηρύγματα στους συμμάχους μας», επισημαίνοντας πως μετά από δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος, η συγκυρία απαιτεί ενότητα.
Η τοποθέτηση αυτή συνιστά αξιοσημείωτη μετατόπιση για μια χώρα που παραδοσιακά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο διεθνές δίκαιο ως πυξίδα εξωτερικής πολιτικής.
Η ευρωπαϊκή γραμμή: Στήριξη με στόχο τη διπλωματική λύση
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι η Ε.Ε. επιδιώκει πρωτίστως μια διπλωματική διέξοδο, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τις ιρανικές επιθέσεις κατά ισραηλινών πόλεων και αμάχων.
Το βασικό μήνυμα των ευρωπαϊκών πρωτευουσών είναι σαφές: το Ιράν πρέπει να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα, την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων και τις αποσταθεροποιητικές ενέργειες μέσω περιφερειακών συμμάχων.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη στέκεται πολιτικά στο πλευρό ΗΠΑ και Ισραήλ, αλλά προσπαθεί να αποφύγει τη διολίσθηση σε μια ευρύτερη πολεμική ανάφλεξη.
Μια κρίσιμη δοκιμασία για τις διατλαντικές σχέσεις
Η συνάντηση Μερτς–Τραμπ πραγματοποιείται σε μια εξαιρετικά εύθραυστη συγκυρία. Η Ουάσινγκτον αναμένεται να ξεκαθαρίσει τι προσδοκά από τους Ευρωπαίους συμμάχους της, ενώ το Βερολίνο επιχειρεί να διατηρήσει ισορροπία ανάμεσα στην αλληλεγγύη και στην αποφυγή στρατιωτικής εμπλοκής.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή μετατρέπει μια προγραμματισμένη διπλωματική επίσκεψη σε κομβική στιγμή για την ευρωπαϊκή στρατηγική στάση: ενότητα με τις ΗΠΑ, αλλά χωρίς συμμετοχή στον πόλεμο.
Το αν αυτή η λεπτή ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί, θα φανεί στις συνομιλίες της Ουάσινγκτον — και κυρίως στην εξέλιξη της ίδιας της σύγκρουσης.












