Αυτή την εβδομάδα, στην εκπομπή Political Stories, η δημοσιογράφος Μάγδα Τσέγκου φιλοξενεί σε μία αποκλειστική και διαφορετική συνέντευξη την Υπουργό Σοφία Ζαχαράκη. Μία γυναίκα που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σταθερά στην πρώτη γραμμή της πολιτικής, έχοντας περάσει από διαφορετικές κυβερνητικές θέσεις, από τον Τουρισμό και την Κοινωνική Συνοχή και Οικογένεια έως το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Αποκλειστικά στην Political Stories: Για πρώτη φορά μιλά τόσο ανοιχτά για την προσωπική της ζωή, τη σχέση της, τους γονείς της, τις ενοχές, τις αμφιβολίες και όσα έχει θυσιάσει στην πορεία προς την πρώτη γραμμή της πολιτικής.

Αυτή τη φορά, όμως, η συζήτηση δεν μένει στην πολιτική επικαιρότητα. Αντίθετα, ανοίγει την πόρτα σε μια πολύ πιο προσωπική πλευρά της υπουργού. Μιλά για τη ζωή της έξω από το γραφείο, για τους ανθρώπους που τη διαμόρφωσαν, για τους γονείς της, για τη σχέση της, για τη μεγάλη αγάπη της στον Παναθηναϊκό, για τις φιλίες που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανές, αλλά και για τις στιγμές που αναρωτήθηκε αν άξιζε όλη αυτή η διαδρομή.

Όπως εξομολογείται στη Μάγδα Τσέγκου, έχει σκεφτεί πολλές φορές να τα παρατήσει, ότι η προσωπική της ζωή έμεινε συχνά πίσω και ότι υπάρχουν στιγμές που κοιτάζει τα χρόνια να περνούν και αναρωτιέται: «Πού είναι η ζωή σου;». Για πρώτη φορά μιλά τόσο ανοιχτά για τον σύντροφό της, για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η κοινή αγάπη τους για τον Παναθηναϊκό τούς έφερε πιο κοντά, αλλά και για τις μικρές στιγμές που προσπαθούν να κλέβουν μέσα σε ένα πρόγραμμα που ξεκινά πριν χαράξει και τελειώνει πολύ μετά τα μεσάνυχτα.

Η Σοφία Ζαχαράκη αποκαλύπτει επίσης τις αμφιβολίες της, την κόπωση, τις στιγμές που αναρωτήθηκε αν είναι αρκετή, αλλά και το βάρος που φέρει η συνεχής δημόσια έκθεση. Θυμάται την πρώτη φορά που στάθηκε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες και έτρεμε, μιλά για ένα λάθος που οδήγησε σε μήνυση και αγωγή και εξηγεί γιατί εκείνη η δύσκολη εμπειρία την έκανε να ελέγχει από τότε κάθε πληροφορία δύο και τρεις φορές.

Στην πιο ανθρώπινη πλευρά της συζήτησης, η Μάγδα Τσέγκου συναντά μια γυναίκα που γελά με το γεγονός ότι δεν μαγειρεύει, συγκινείται όταν μιλά για τη μητέρα της, αστειεύεται με τον πατέρα της, ακούει ελληνική μουσική, jazz και R&B, κρατά τις παλιές της φιλίες και αγαπά τις βόλτες στην Ανατολική Αττική.

Μια συνέντευξη διαφορετική από τις συνηθισμένες. Όχι μόνο για την υπουργό. Κυρίως για τη γυναίκα πίσω από την υπουργική καρέκλα.

Από υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας 10 χρόνια μετά έγινε Υπουργός

«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα βρεθώ σε αυτή τη θέση»λέει με ειλικρίνεια .

Πριν από την πολιτική, υπήρξε εκπαιδευτικός. Μπήκε σε τάξεις, στάθηκε απέναντι σε μαθητές και έζησε την εκπαίδευση από μέσα. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που, όπως εξηγεί, κάνουν τη σημερινή της θέση στο Υπουργείο Παιδείας τόσο ιδιαίτερη για την ίδια. «Το Υπουργείο Παιδείας το λατρεύω. Προέρχομαι από το Υπουργείο Παιδείας. Ήμουν υπάλληλος του υπουργείου», λέει, περιγράφοντας μια καθημερινότητα εξαιρετικά απαιτητική, στην οποία διαρκώς προκύπτουν ζητήματα που χρειάζονται άμεση διαχείριση, μαζί με αποφάσεις που αφορούν οικονομικά, διοικητικά και εκπαιδευτικά θέματα.

Η διαδρομή της, είχε ξεκινήσει πολύ διαφορετικά. Μετά το πανεπιστήμιο, σε ηλικία μόλις 22 ετών, βρέθηκε να εργάζεται σε ιδιωτικό ΙΕΚ, πολύ κοντά ηλικιακά στους μαθητές της. Στη συνέχεια δίδαξε σε δημόσιο σχολείο, σε εσπερινό και σε τεχνικό επαγγελματικό σχολείο, αποκτώντας εμπειρίες που, όπως περιγράφει, τη βοήθησαν να γνωρίσει διαφορετικές πλευρές της εκπαίδευσης.

Αργότερα εργάστηκε ως αποσπασμένη υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας, μαζί με συναδέλφους με τους οποίους μοιράστηκε την ίδια καθημερινότητα. Χρόνια αργότερα, η ίδια γυναίκα θα επέστρεφε στο ίδιο κτίριο, αυτή τη φορά ως υπουργός.

Μια διαδρομή που, ούτε ήταν σχεδιασμένη ούτε θεωρήθηκε ποτέ αυτονόητη για εκείνη.

Ο Παύλος Μπακογιάννης, ήταν ο άνθρωπος που γέννησε τη σπίθα μέσα της για την πολιτική

 

Η πολιτική δεν ήταν οικογενειακή παράδοση. Στο σπίτι της, όπως εξηγεί, οι περισσότεροι είχαν σχέση με την εκπαίδευση και κανείς δεν είχε ενεργή πολιτική διαδρομή. Υπήρχε, όμως, μια εικόνα που έμεινε έντονα χαραγμένη μέσα της από τα παιδικά της χρόνια. Τα καλοκαίρια στο Καρπενήσι έβλεπε τον Παύλο Μπακογιάννη. Τον εκτιμούσε βαθιά και θυμάται ιδιαίτερα το αναπτυξιακό πρόγραμμα που είχε παρουσιάσει για την Ευρυτανία. Για εκείνη, όπως λέει, αποτέλεσε ένα πολιτικό πρότυπο και έναν «οδοδείκτη» για όσα μπορούσε να σημαίνει η πολιτική όταν συνδέεται με πραγματικό έργο.

Αργότερα, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, θέλησε να ανοίξει τον κύκλο της, να γνωρίσει περισσότερο κόσμο και να ασχοληθεί με τα κοινά. Είχε μεγαλώσει και φοιτήσει σε σχολείο στους Αμπελόκηπους και στο Γκύζη και η πανεπιστημιακή ζωή της έδωσε τη δυνατότητα να αναζητήσει ένα νέο πεδίο κοινωνικοποίησης. Έτσι άρχισε η ενασχόλησή της με τη νεολαία της Νέας Δημοκρατίας και τη ΔΑΠ. Πολύ γρήγορα στράφηκε στα διεθνή και ευρωπαϊκά ζητήματα, εκπροσωπώντας τη νεολαία στο εξωτερικό. Εκείνη την περίοδο, όπως θυμάται, είχε πολλές ευκαιρίες εξωστρέφειας, ταξιδιών, επαφών και πολιτικής εμπειρίας. Το 2012 ήρθε μία κρίσιμη καμπή. Ο τότε υπουργός Κωστής Χατζηδάκης, της πρότεινε να μετακινηθεί ως αποσπασμένη υπάλληλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης και να ασχοληθεί με διεθνή και ευρωπαϊκά θέματα, προετοιμάζοντας μεταξύ άλλων την παρουσία του υπουργού στο εξωτερικό. Ήταν η περίοδος των δύσκολων διαπραγματεύσεων για τη χώρα και η ίδια βρέθηκε κοντά σε διαδικασίες όπου τα περιθώρια ήταν στενά, οι απαιτήσεις υψηλές και κάθε λεπτομέρεια είχε βαρύτητα. Όπως παραδέχεται, τότε έκανε και λάθη. Έμαθε, όμως, μέσα από με σκληρή δουλειά και πολύ διάβασμα!

Με τον σύντροφο της Αντώνη Μαρκόπουλο ζουν ευτυχισμένοι μαζί, πάνω από ένα χρόνο

 

Για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τον σύντροφό της: Η γνωριμία που πέρασε από τον Παναθηναϊκό. Σε μία από τις πιο προσωπικές εξομολογήσεις της, η υπουργός μιλά για τη σχέση της. Η αγάπη της για τον Παναθηναϊκό ξεκινά από μικρή ηλικία — και μάλιστα ως μια μικρή οικογενειακή «επανάσταση».

Ο σύντροφος μου είναι φανατικός Παναθηναϊκός και ο πατέρας μου είναι φανατικός Ολυμπιακός!

«Ήταν η επανάστασή μου να είμαι εγώ Παναθηναϊκός και ο μπαμπάς Ολυμπιακός», λέει γελώντας.

Και τελικά ο Παναθηναϊκός έπαιξε έναν εντελώς απρόσμενο ρόλο και στην προσωπική της ζωή.

Τον σύντροφό της τον γνώριζε ήδη από παλιά. Εκείνος εργάζεται στον χώρο της πληροφορικής και είναι μαζί περισσότερο από έναν χρόνο. Ωστόσο, ήταν μέσα από το ποδόσφαιρο και την κοινή τους αγάπη για τον Παναθηναϊκό που ξανασυναντήθηκαν ουσιαστικά.

«Δεν περίμενα ποτέ ότι ο Παναθηναϊκός θα ήταν ο λόγος που θα γνωρίσω τον σύντροφό μου», εξομολογείται με χαμόγελο. Δεν είναι άνθρωπος που μιλά εύκολα δημόσια για την προσωπική της ζωή. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όταν βρίσκουν χρόνο, προτιμούν τις βόλτες και τις μικρές αποδράσεις. Ανάβυσσος, Λαύριο, Σούνιο, Νέα Μάκρη είναι μερικά από τα μέρη που επιλέγουν συχνά. Πηγαίνουν για μπάνιο, για φαγητό και προσπαθούν να απολαμβάνουν όσο μπορούν τις περιοχές κοντά στην Αθήνα. «Αγαπώ πολύ την Ελλάδα», λέει, εξηγώντας ότι ακόμη και γύρω από την πρωτεύουσα υπάρχουν εξαιρετικές επιλογές για μια μικρή απόδραση.

 

«Φοβήθηκα, έτρεμα όταν βγήκα πρώτη φορά στην τηλεόραση ως αναπληρώτρια εκπρόσωπος τύπου της κυβέρνησης»

 

Το 2016 ήρθε η πρόταση να αναλάβει διευθυντικό ρόλο στην εκπόνηση του κυβερνητικού προγράμματος. Στη συνέχεια, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, κλήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ανέλαβε τον ρόλο της αναπληρώτριας εκπροσώπου. Εκεί ξεκίνησε ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Μέχρι τότε δεν είχε εμπειρία μπροστά στην κάμερα. Δεν είχε εκπαιδευτεί για τηλεοπτικές εμφανίσεις και, όπως αποκαλύπτει, η εκπαίδευσή της στα μέσα έγινε ουσιαστικά… ζωντανά στον αέρα.

Η πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση ήταν στις 6:30 το πρωί, στην εκπομπή του Βασίλη Λυριτζή και του Δημήτρη Οικονόμου στον ΣΚΑΪ. Και θυμάται ακόμη το άγχος εκείνης της ημέρας.

«Φοβήθηκα. Έτρεμα μπροστά στις κάμερες και μου έλεγαν “μην τρέμεις”».

Το θέμα μάλιστα κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν. Την προηγούμενη ημέρα είχε προηγηθεί μια ιδιαίτερα έντονη πολιτική εξέλιξη σχετικά με τις τηλεοπτικές άδειες, γεγονός που σήμαινε ότι έπρεπε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να είναι απολύτως ενημερωμένη και προετοιμασμένη. Ακολούθησαν αμέτρητες ώρες διαβάσματος και συνεχείς εμφανίσεις. Μπορεί να βρισκόταν σε τηλεοπτικό πάνελ από τα μεσάνυχτα μέχρι τις δύο και λίγες ώρες αργότερα να έπρεπε να εμφανιστεί ξανά στις έξι το πρωί. Μέρα με τη μέρα, όπως λέει, προσπαθούσε να βελτιώνεται.

 

Η μήνυση, η αγωγή και το λάθος που δεν ξέχασε ποτέ

 

Ανάμεσα στις πιο δύσκολες στιγμές εκείνης της περιόδου ήταν μια έντονη τηλεοπτική αντιπαράθεση με πολιτικό αντίπαλο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί μήνυση και αγωγή. Η ίδια δεν αποφεύγει να αναλάβει το μέρος της ευθύνης που της αναλογούσε.

Είχε χρησιμοποιήσει ένα στοιχείο θεωρώντας ότι η τεκμηρίωση που είχε μπροστά της ήταν ακριβής. Δεν ήταν. Η υπόθεση την ακολούθησε για χρόνια και, όπως εξηγεί, έγινε για εκείνη ένα πολύ μεγάλο μάθημα. Από τότε πήρε μια απόφαση: κάθε στοιχείο που πρόκειται να χρησιμοποιήσει δημόσια να το ελέγχει δύο και τρεις φορές. Και, κυρίως, να μην επιμένει ποτέ σε κάτι αν δεν είναι απολύτως βέβαιη. «Τότε κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να είσαι πολύ καλά διαβασμένος και προετοιμασμένος. Και να αφήνεις πάντα ένα περιθώριο στον δημόσιο λόγο ότι μπορεί να έχει γίνει και ένα λάθος». Ήταν, όπως παραδέχεται, μία στιγμή μάθησης «με τον δύσκολο τρόπο».

«Έχω σκεφτεί πολλές φορές να τα παρατήσω – λες: πού είναι η ζωή σου;»

Ίσως η πιο αποκαλυπτική στιγμή της συνέντευξης έρχεται όταν η συζήτηση φεύγει εντελώς από τις θέσεις, τα αξιώματα και τις πολιτικές διαδρομές. Έχει σκεφτεί να τα παρατήσει τη ρωτάει η Μάγδα Τσέγκου και η απάντηση της έρχεται χωρίς περιστροφές.

«Βεβαίως. Πολλές φορές».

Και τότε εξηγεί το τίμημα μιας ζωής που εδώ και χρόνια κινείται σε εξαντλητικούς ρυθμούς.

«Περνάνε τα χρόνια και λες “πού είναι η ζωή σου;”. Αντικειμενικά, πολλά χρόνια περνάνε. Οι επιλογές για την προσωπική ζωή έχουν μείνει σε δεύτερη μοίρα. Οι γονείς μεγαλώνουν, βλέπεις τα ανίψια σου να μεγαλώνουν και γυρίζεις πίσω και λες: πώς πέρασαν δέκα χρόνια; Τους είδαμε αρκετά; Σηκώσαμε το τηλέφωνο όσες φορές έπρεπε; Πόσα μηνύματα δεν απαντήσαμε; Και αυτό το φέρω βαρέως». Πίσω από τη δημόσια εικόνα μιας γυναίκας που δείχνει να λειτουργεί με απόλυτη πειθαρχία, υπάρχει και η αμφιβολία. Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκε: «Μήπως δεν είμαι καλή; Μήπως δεν είμαι αρκετή;».

Η κόπωση, όπως παραδέχεται, μπορεί να γεννήσει δεύτερες σκέψεις. Αναρωτιέται αν θα βγει η δουλειά, αν θα μπορέσει να συντονιστεί ένα τόσο μεγάλο σύστημα, αν θα επιτευχθούν οι στόχοι.

Και πάνω από όλα υπάρχει το βάρος της συνεχούς έκθεσης. «Είσαι εκτεθειμένος συνέχεια. Και είναι μεγάλο το βάρος».

«Κοριτσάκι μου, πού είσαι;» – Η μητέρα της και οι ενοχές για τον χρόνο που δεν υπάρχει

 

Ιδιαίτερα τρυφερή είναι η στιγμή που μιλά για τη μητέρα της. Το πρόγραμμά της δεν της επιτρέπει να βλέπει τους γονείς της όσο συχνά θα ήθελε. Κι ένα τηλεφώνημα λίγες ημέρες πριν από τη συνέντευξη συμπυκνώνει όλη τη γλυκύτητα, αλλά και όλη την ενοχή που μπορεί να νιώθει ένα παιδί όταν ο χρόνος δεν φτάνει. Η μητέρα της την πήρε τηλέφωνο και της είπε: «Κοριτσάκι μου, πού είσαι; Να σου στείλω φαγητό; Δεν σε έχουμε δει καθόλου. Σε χάσαμε».
Η ίδια το αφηγείται με συγκίνηση. Ο πατέρας της, από την άλλη, αντιμετωπίζει την έντονη καθημερινότητά της με τον δικό του τρόπο και ρωτά τους γύρω του: «Τι κάνει αυτό το παιδί; Καλά είναι;». Μικρές οικογενειακές φράσεις που δείχνουν ότι, πίσω από τους τίτλους και τις υποχρεώσεις, παραμένει πάντα το «κοριτσάκι» των γονιών της.

Τι γίνεται όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού; «Δεν μαγειρεύω, δεν εκθέτω ανθρώπους σε κίνδυνο»

 

Και τι κάνει όταν, επιτέλους, κλείνει η πόρτα του σπιτιού; Εδώ η σοβαρή κουβέντα δίνει τη θέση της στο χιούμορ. Η υπουργός παραδέχεται ότι δεν μαγειρεύει σχεδόν ποτέ. «Δεν εκθέτω ανθρώπους σε κίνδυνο. Τι φταίνε οι άνθρωποι, οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου;», λέει γελώντας. Θα ήθελε, όπως παραδέχεται, να είναι πιο συνεπής στη μαγειρική, όμως η μητέρα της είναι εξαιρετική μαγείρισσα και τόσο εκείνη όσο και η αδελφή της είχαν πάντα τα περισσότερα έτοιμα.

 

Ο σύντροφός της, όπως λέει, δεν παραπονιέται. «Ξέρει».

Στο σπίτι βλέπει τηλεόραση, ακούει μουσική και —αναπόφευκτα— συνεχίζει να δουλεύει πολύ. Οι μουσικές της επιλογές περνούν από τα ελληνικά τραγούδια στην jazz και την R&B.Παράλληλα προσπαθεί να προστατεύει όσο μπορεί τον κύκλο των ανθρώπων που υπάρχουν στη ζωή της εδώ και πολλά χρόνια. Φίλοι, κουμπάροι, άνθρωποι που γνωρίζει από παλιά, αλλά και κάποιες νεότερες προσθήκες που έγιναν σημαντικές με τον χρόνο. Οι συναντήσεις μπορεί να μην είναι όσο συχνές θα ήθελε, όμως επιμένει να μην αφήνει αυτές τις σχέσεις να χαθούν.

 

Από τις 5:30 το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα

 

Η καθημερινότητα της υπουργού εξηγεί πολλά από τα παραπάνω. Η μέρα μπορεί να ξεκινήσει στις 5:30 ή στις 6:00 το πρωί. Μερικές φορές ξυπνά και μια ιδέα έχει ήδη αρχίσει να δουλεύει στο μυαλό της. Μπορεί να γράψει κάτι και να το στείλει αμέσως στην ομάδα της. Από εκεί και μετά αρχίζει ένας μαραθώνιος συναντήσεων, αποφάσεων, τηλεφωνημάτων, διαχείρισης προβλημάτων και κρίσεων, θεσμικών υποχρεώσεων και προγραμματισμού. Και το τέλος της ημέρας μπορεί να έρθει κοντά στα μεσάνυχτα.

Η ίδια αγαπά αυτό που κάνει, όμως δεν ωραιοποιεί το τίμημα. Η αίσθηση ευθύνης είναι διαρκής, γιατί κάθε απόφαση στο Υπουργείο Παιδείας μπορεί να αφορά χιλιάδες ανθρώπους: μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, πανεπιστήμια, διοικητικούς, ολόκληρες κοινότητες.

 

«Θέλω ένα παιδί στην Κάσο ή στον Έβρο να μπορεί να ονειρευτεί»

 

Στο ερώτημα για το ποια από τις υπουργικές της θητείες θα ήθελε να μείνει περισσότερο στη μνήμη των πολιτών, η απάντηση γέρνει προς την Παιδεία.

Όχι επειδή υποτιμά όσα έγιναν στα προηγούμενα χαρτοφυλάκια. Αντίθετα, αναφέρεται με ιδιαίτερη φόρτιση στη δουλειά που έγινε στην Κοινωνική Συνοχή και Οικογένεια, κυρίως για τις γυναίκες και την ενδοοικογενειακή βία — ζητήματα που, όπως λέει, έχουν μείνει βαθιά χαραγμένα μέσα της.

Όμως το Υπουργείο Παιδείας έχει για εκείνη άλλη βαρύτητα. Εδώ έχει υπηρετήσει και ως υφυπουργός και ως υπουργός, ενώ έχει υπάρξει εκπαιδευτικός και υπάλληλος του ίδιου του υπουργείου. Αναφέρεται στον εθνικό διάλογο για την Παιδεία, στις αλλαγές και στις νέες δυνατότητες στα πανεπιστήμια, αλλά κυρίως στην ανάγκη να δημιουργηθούν πραγματικές ευκαιρίες ανεξάρτητα από τον τόπο όπου μεγαλώνει ένα παιδί. Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστικό: ένα παιδί στην Κάσο ή στον Έβρο πρέπει να μπορεί να ονειρευτεί και να έχει τη δυνατότητα να κάνει το όνειρό του πράξη. Αυτό, για εκείνη, είναι ένα από τα μεγάλα στοιχήματα.

«Λειτουργώ σαν να είναι η τελευταία μου μέρα εδώ»

Παρά τα χρόνια στην πολιτική και τις υπουργικές θέσεις, επιμένει ότι δεν θέλει να θεωρεί τίποτε δεδομένο. Δεν κάνει μακροπρόθεσμα προσωπικά σχέδια γύρω από την καρέκλα της εξουσίας. Κάνει σχέδια για τη δουλειά που θέλει να αφήσει πίσω της.

 

«Εγώ λειτουργώ σαν να είναι εδώ η τελευταία μου μέρα», λέει.

 

Η καρέκλα, υποστηρίζει, δεν την έχει αλλάξει. Και γνωρίζει καλά ότι ένα λάθος, μια διαφορετική πολιτική συγκυρία ή απλώς η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων μπορεί κάποτε να την οδηγήσει ξανά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στην εκπαίδευση. Δεν φαίνεται να το φοβάται. Ίσως γιατί η ίδια δεν περιγράφει την πορεία της σαν μια ευθεία που σχεδιάστηκε από την αρχή. Την περιγράφει περισσότερο σαν μια διαδρομή γεμάτη ευκαιρίες, λάθη, φόβους, πολλή δουλειά και διαρκή προσαρμογή. Κι όταν τη ρωτούν πώς θα ήθελε να τη θυμούνται, η απάντηση δεν έχει τον τόνο μιας πολιτικού που ζητά δικαίωση. Θα ήθελε, λέει, να τη θυμούνται «με έναν γλυκό τρόπο, θετικά», ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με τις προτεραιότητες και τις επιλογές της.