Στις αρχές Αυγούστου του 1824, το Αιγαίο μετατράπηκε για ακόμη μία φορά σε πεδίο μιας σκληρής αναμέτρησης ανάμεσα στον ελληνικό και τον οθωμανικό στόλο. Η Ναυμαχία της Σάμου αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες ναυτικές επιτυχίες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ανέκοψε την προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν το νησί και απέδειξε τη δύναμη των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων.

Με επικεφαλής τον Υδραίο καραβοκύρη Γεώργιο Σαχτούρη, ο ελληνικός στόλος κατάφερε να επικρατήσει απέναντι στον πανίσχυρο οθωμανικό στόλο του Χοσρέφ Πασά, με την καθοριστική συμβολή των πυρπολικών του Κωνσταντίνου Κανάρη και των υπόλοιπων μπουρλοτιέρηδων.

Η αποφασιστική σύγκρουση σημειώθηκε στις 5 Αυγούστου 1824 στα στενά της Μυκάλης, σε μία μάχη που έμεινε χαραγμένη στην ιστορία του Αγώνα.

Η Σάμος στο στόχαστρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Σάμος είχε περάσει στην επαναστατική πλευρά ήδη από το 1821, με τους κατοίκους του νησιού, υπό την ηγεσία του «Καρμανιόλου» Λυκούργου Λογοθέτη, να εξεγείρονται κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και να δημιουργούν ένα καθεστώς αυτονομίας.

Η στρατηγική θέση του νησιού, σε απόσταση αναπνοής από τις μικρασιατικές ακτές, το καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο στις οθωμανικές επιχειρήσεις. Μετά την καταστροφή των Ψαρών στις 21 Ιουνίου 1824, ο Σουλτάνος Μαχμούτ έδωσε εντολή για την κατάληψη της Σάμου, θεωρώντας την ως τον επόμενο κρίσιμο στόχο.

Οι Έλληνες, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσαν να επαναλάβουν την τραγωδία των Ψαρών, αποφάσισαν να ενισχύσουν άμεσα τον στόλο τους και να κινηθούν προς υπεράσπιση του νησιού. Παράλληλα, η άφιξη σημαντικού μέρους του δανείου που είχε εξασφαλίσει η επαναστατική κυβέρνηση από το Λονδίνο έδινε πλέον τη δυνατότητα για καλύτερη οργάνωση και εξοπλισμό.

Η ναυμαχία του Καφηρέα και ο θρίαμβος του ελληνικού επί του τουρκικού στόλου στις 23 Μαΐου 1825

Η πορεία προς τη μεγάλη σύγκρουση

Στις 30 Ιουλίου 1824, ο ελληνικός στόλος, αποτελούμενος κυρίως από υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία, ξεκίνησε την επιχείρηση υπό την αρχηγία του Γεωργίου Σαχτούρη.

Αρχικά κινήθηκε προς τα ανοιχτά της Ικαρίας, όπου αντιμετώπισε με επιτυχία προσπάθεια των Οθωμανών να πραγματοποιήσουν απόβαση στο Καρλόβασι. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στη Σάμο, όπου ενισχύθηκε με τα περίφημα ψαριανά πυρπολικά του Κωνσταντίνου Κανάρη και του Νικόδημου.

Οι επόμενες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από συνεχείς ναυτικές κινήσεις και μικρές συγκρούσεις. Τα ελληνικά πλοία επιχειρούσαν να εμποδίσουν τη συγκέντρωση των οθωμανικών δυνάμεων στα στενά της Μυκάλης, όπου προετοιμαζόταν η μεγάλη επίθεση.

Η νύχτα που ο Κανάρης σταμάτησε την οθωμανική προέλαση

Στις 4 Αυγούστου, ο οθωμανικός στόλος εξαπέλυσε μεγάλη επίθεση εναντίον των ελληνικών πλοίων. Η απάντηση των Ελλήνων ήταν άμεση, με σφοδρό κανονιοβολισμό που ανέκοψε την εχθρική κίνηση.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης επιχείρησε να πλησιάσει την οθωμανική ναυαρχίδα με το πυρπολικό του, χωρίς όμως να καταφέρει να την καταστρέψει. Η παρουσία του, ωστόσο, προκάλεσε πανικό στον αντίπαλο στόλο, ο οποίος υποχώρησε μέσα στη νύχτα, αναζητώντας ασφαλέστερη θέση.

Η αποφασιστική αναμέτρηση θα ερχόταν την επόμενη ημέρα.

Η Ναυμαχία της Σάμου. Όταν ο ελληνικός στόλος ανάγκασε σε άτακτη φυγή τον τουρκικό στόλο, που θρήνησε 1000 απώλειες

5 Αυγούστου 1824: Τα πυρπολικά αλλάζουν την ιστορία

Το πρωινό της 5ης Αυγούστου 1824 ξεκίνησε η μεγάλη ναυμαχία στα στενά της Μυκάλης. Τα ελληνικά πυρπολικά αποτέλεσαν για ακόμη μία φορά το ισχυρότερο όπλο του ελληνικού στόλου και καθόρισαν την έκβαση της σύγκρουσης.

Με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τη συμβολή των Δημητρίου Τσάπελη, Λέκα Ματρόζου, Δημητρίου Ραφαλιά, Αναστασίου Ρομπότση και Ιωάννη Βατικιώτη, οι Έλληνες πυρπολητές κατάφεραν να καταστρέψουν τρία σημαντικά οθωμανικά πλοία:

  • τη φρεγάτα «Μπρουλότ-Κορκμάζ»,
  • ένα τριπολίτικο φρεγαδόνι,
  • ένα μεγάλο τυνησιακό βρίκι.

Την ίδια στιγμή, τα υδραίικα και σπετσιώτικα πολεμικά πλοία, με τα πυροβόλα τους, κράτησαν τον οθωμανικό στόλο σε απόσταση και πέρασαν στην αντεπίθεση υπό την καθοδήγηση του Ανάργυρου Λεμπέση.

Βλέποντας τον στόλο του να έχει αποδιοργανωθεί, ο Χοσρέφ Πασάς αποφάσισε να διακόψει τη μάχη και να αποχωρήσει προς το Αγαθονήσι μετά τα μεσάνυχτα.

Η νίκη που κράτησε τη Σάμο ελεύθερη

Η ήττα του οθωμανικού στόλου είχε σημαντικό κόστος για τους Τούρκους. Εκτός από την απώλεια τριών πλοίων, καταστράφηκαν περίπου 100 κανόνια, ενώ οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό υπολογίζονται περίπου στους 1.000 άνδρες.

Από την ελληνική πλευρά, η νίκη συνοδεύτηκε από τον θάνατο τριών γενναίων μπουρλοτιέρηδων.

Η Ναυμαχία της Σάμου, μαζί με τη νίκη στη Ναυμαχία του Γέροντα στις 29 Αυγούστου 1824, εξασφάλισε την παραμονή του νησιού υπό ελληνικό έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης.

Ωστόσο, παρά τον ηρωικό αγώνα των κατοίκων της, η Σάμος δεν εντάχθηκε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά την Ανεξαρτησία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν τη δημιουργία αυτόνομης ηγεμονίας υπό οθωμανική επικυριαρχία.

Η οριστική ενσωμάτωση της Σάμου στον ελληνικό κορμό πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου 1913, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.

Μέχρι σήμερα, η Ναυμαχία της Σάμου παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ναυτικής τόλμης, της στρατηγικής ευφυΐας και της αποφασιστικότητας των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821.

 

Mε πληροφορίες από το sansimera.gr