Σαν σήμερα, στις 8 Απριλίου 2013, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών η «Σιδηρά Κυρία» Μάργκαρετ Θάτσερ, η γυναίκα που κυριάρχησε στη βρετανική και παγκόσμια πολιτική σκηνή όσο κανένας άλλος ηγέτης, μετά τον Ουίνστον Τσώρτσιλ το 1940.
Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός μεγάλης δυτικής δύναμης, παραμένοντας στο τιμόνι του Ηνωμένου Βασιλείου για 11 συναπτά έτη (1979-1990).

Πίσω από την αμείλικτη πολιτική φυσιογνωμία της Μάργκαρετ Θάτσερ κρυβόταν μια διαδρομή γεμάτη πειθαρχία, από τα ράφια του παντοπωλείου του πατέρα της στο Λίνκολνσαϊρ μέχρι την κορυφή της παγκόσμιας δύναμης.
Η γυναίκα που «έκανε τη Βρετανία να σταθεί ξανά όρθια», σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Κάμερον, υπήρξε μια προσωπικότητα που προκάλεσε ταυτόχρονα λατρεία και απέχθεια.

Από τη Χημεία στην Πολιτική
Πριν κυριαρχήσει στη Ντάουνινγκ Στριτ, η Θάτσερ ακολούθησε μια ακαδημαϊκή πορεία στη Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και έκανε τα πρώτα της βήματα στην πολιτική ως πρόεδρος της Συντηρητικής Ένωσης.
Η ζωή της άλλαξε το 1951, όταν γνώρισε τον επιχειρηματία Ντένις Θάτσερ.

Ο Ντένις υπήρξε ο ακλόνητος υποστηρικτής της, χρηματοδοτώντας τις σπουδές της στη Νομική και στηρίζοντας τις πρώτες της, αποτυχημένες εκλογικές προσπάθειες, την ίδια περίοδο, που η ίδια έφερνε στον κόσμο τα δίδυμα παιδιά τους, Μαρκ και Κάρολ.
Η Άνοδος στην Εξουσία
Η πολιτική της πορεία ξεκίνησε από χαμηλές βαθμίδες, κερδίζοντας αρχικά την προσοχή ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Έντουαρντ Χιθ. Το 1975 έκανε την έκπληξη ανατρέποντας τον προϊστάμενό της στην ηγεσία των Τόρις.
Όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1979, κληρονόμησε μια χώρα σε οικονομική παρακμή, με πληθωρισμό στο 20% και διογκωμένο εθνικό χρέος.
Ο «Θατσερισμός» και η Ριζική Θεραπεία
Η Θάτσερ εφάρμοσε μια σκληρή πολιτική λιτότητας και μεταρρυθμίσεων που έμεινε στην ιστορία ως «Θατσερισμός». Βασικοί πυλώνες της στρατηγικής της ήταν:
-
Ελεύθερη Αγορά: Κατάργηση επιδοτήσεων και περιορισμός των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία.
-
Συγκρούσεις με Συνδικάτα: Δραστική μείωση της δύναμης των συνδικάτων μέσα από σκληρές νομοθετικές ρυθμίσεις και αντιπαραθέσεις που οδήγησαν σε βίαιες απεργίες.
-
Ατομική Ευθύνη: Η ανεργία έπαψε να θεωρείται αποκλειστικά δημόσιο πρόβλημα και μετατράπηκε σε ατομική ευθύνη, με στόχο τον περιορισμό της εξάρτησης από τις κρατικές μεταβιβάσεις.
Παρά την εκτόξευση της ανεργίας στο 12% και τις έντονες πιέσεις, παρέμεινε αμετακίνητη στην πορεία της, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Η Κυρία δεν είναι για στροφή!».
Η απαρχή των ιδιωτικοποιήσεων στην Ευρώπη φέρει την υπογραφή της Θάτσερ.
Στη δεύτερη θητεία της ιδιωτικοποιήθηκαν εταιρείες όπως η, Jaguar, η British Telecom, η BritOil και η British Aerospace. Αργότερα, η British Steel, η British Airways, η BP, και οι εταιρείες νερού και ηλεκτρικού ρεύματος.

Η Κάθαρση του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: Η Τιμωρία μετά το Χέιζελ
Η στάση της Μάργκαρετ Θάτσερ απέναντι στο ποδόσφαιρο δεν καθορίστηκε από την αγάπη για το άθλημα, αλλά από την προσήλωσή της στην τήρηση του νόμου και της δημόσιας τάξης. Η τραγωδία στο στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών, στις 29 Μαΐου 1985, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για μια από τις πιο ριζοσπαστικές αποφάσεις στην ιστορία του ευρωπαϊκού αθλητισμού.

Μετά τα επεισόδια στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, που κόστισαν τη ζωή σε 39 ανθρώπους, η Θάτσερ δεν περίμενε τις διεθνείς κυρώσεις. Ενώ η UEFA μελετούσε ακόμη το μέγεθος της καταστροφής, η Βρετανίδα Πρωθυπουργός πήρε την κατάσταση στα χέρια της.
Με μια κίνηση που αιφνιδίασε την Αγγλική Ομοσπονδία (FA), ανακοίνωσε τον αυτοαποκλεισμό όλων των αγγλικών συλλόγων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
«Αυτό είναι ευθύνη της Αγγλίας», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας πως ο χουλιγκανισμός των οπαδών της Λίβερπουλ ήταν μια εθνική ντροπή που απαιτούσε άμεση και σκληρή θεραπεία.
Η Θάτσερ επέβαλε τη θέλησή της με αξιοσημείωτη ταχύτητα, προλαμβάνοντας την UEFA και αναγκάζοντάς την ουσιαστικά να επικυρώσει μια απόφαση που είχε ήδη ληφθεί στην Ντάουνινγκ Στριτ.
Ο αποκλεισμός διήρκεσε πέντε χρόνια για όλες τις ομάδες και έξι για τη Λίβερπουλ, απομονώνοντας το αγγλικό ποδόσφαιρο από την υπόλοιπη ήπειρο.
Η Κληρονομιά της «Σιδηράς» Παρέμβασης
Η παρέμβαση αυτή δεν ήταν μια απλή αθλητική ποινή, αλλά μέρος της ευρύτερης ιδεολογικής της μάχης ενάντια σε κάθε μορφή εσωτερικής αταξίας. Με τον αποκλεισμό:
-
Απομόνωσε το πρόβλημα: Σταμάτησε την εξαγωγή βίας στο εξωτερικό, προστατεύοντας τη διεθνή εικόνα της χώρας.
-
Πίεσε για αλλαγή: Ανάγκασε τις διοικήσεις των ομάδων να αναλάβουν την ευθύνη των οπαδών τους.
-
Άνοιξε τον δρόμο για τη μεταρρύθμιση: Αν και η οριστική αλλαγή ήρθε μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο, η Θάτσερ ήταν εκείνη που κατέστησε σαφές ότι το ποδόσφαιρο δεν θα ήταν πλέον «άβατο» για την κρατική εξουσία.
Για πολλούς, η απόφασή της θεωρήθηκε άδικη για τις «καθαρές» ομάδες, όμως για τη Θάτσερ ήταν η μοναδική οδός για να απαλλαγεί η Αγγλία από το στίγμα του χουλιγκανισμού και να αναγκαστεί το άθλημα να εκσυγχρονιστεί εκ των έσω.
Πόλεμος των Φόκλαντ: Η Στρατιωτική Επικράτηση που Άλλαξε την Ιστορία
Ο Πόλεμος των Φόκλαντ το 1982 παραμένει μία από τις πιο καθοριστικές συγκρούσεις του τέλους του 20ού αιώνα, αναδιαμορφώνοντας την πολιτική σκηνή σε Μεγάλη Βρετανία και Αργεντινή.
Η κρίση ξεκίνησε στις 2 Απριλίου 1982, όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής εισέβαλαν και κατέλαβαν τα νησιά Φόκλαντ στον νότιο Ατλαντικό, διεκδικώντας κυριαρχία επί των εδαφών που τελούσαν υπό βρετανικό έλεγχο από τον 19ο αιώνα.

Παρά τη τεράστια γεωγραφική απόσταση, η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό. Η απόφασή της να στείλει μια πανίσχυρη ναυτική δύναμη κρούσης χιλιάδες μίλια μακριά από τη Βρετανία θεωρήθηκε ένα τεράστιο στρατιωτικό και πολιτικό ρίσκο που τελικά απέδωσε. Οι επιχειρήσεις διήρκεσαν σχεδόν τρεις μήνες. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, με σημαντικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές και πολεμικό υλικό (πλοία και αεροσκάφη) και για τις δύο πλευρές.
Ο πόλεμος τερματίστηκε στις 14 Ιουνίου 1982, με την απόσυρση των αργεντίνικων δυνάμεων και την πλήρη ανάκτηση των νησιών από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η νίκη στα Φόκλαντ λειτούργησε ως καταλύτης για τις εσωτερικές εξελίξεις των δύο χωρών. Στη Βρετανία, η δημοτικότητα της «Σιδηράς Κυρίας» εκτοξεύθηκε, εξασφαλίζοντάς της μια θριαμβευτική επανεκλογή το επόμενο έτος. Αντίθετα, στην Αργεντινή, η ταπεινωτική ήττα επιτάχυνε την κατάρρευση της στρατιωτικής χούντας, ανοίγοντας τον δρόμο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Διεθνής Ρόλος και Ψυχρός Πόλεμος

Στην εξωτερική πολιτική, υπήρξε η στενότερη σύμμαχος του Ρόναλντ Ρίγκαν. Ενώ στην Ανατολική Ευρώπη θεωρήθηκε υπερασπιστής της ελευθερίας, η στάση της προκαλούσε συχνά τριβές με τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το προσωνύμιο «Σιδηρά Κυρία» δεν ήταν δική της επινόηση, αλλά «δώρο» ενός Σοβιετικού δημοσιογράφου το 1976, ως απάντηση στη σφοδρή κριτική της κατά του κομμουνισμού. Η στάση της απέναντι στη Σοβιετική Ένωση ήταν αμείλικτη, αν και αναγνώρισε στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έναν ηγέτη με τον οποίο μπορούσε «να κάνει δουλειές».

Η ίδια υιοθέτησε με ικανοποίηση το «Σιδηρά Κυρία» μετατρέποντάς το σε σήμα κατατεθέν της. Ακόμα και ο Φρανσουά Μιτεράν είχε γοητευτεί από την αντίθεση της προσωπικότητάς της, λέγοντας χαρακτηριστικά πως είχε «τα μάτια του Καλιγούλα και το στόμα της Μέριλιν Μονρόε»!
Η πολιτική της κυριαρχία τερματίστηκε το 1990, μετά από ταραχές που προκάλεσε η προώθηση του αμφιλεγόμενου κεφαλικού φόρου (Poll Tax). Στην προσωπική της ζωή, η απόπειρα δολοφονίας της από τον IRA το 1984 και ο θάνατος του συζύγου της, Ντένις, το 2003, υπήρξαν καθοριστικά γεγονότα.
Παρά τη φήμη της σκληρότητας, η εικόνα της να αποχωρεί δακρυσμένη από την Ντάουνινγκ Στριτ το 1990, συνοδευόμενη από τον Σερ Ντένις, παραμένει μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της καριέρας της.
Το τελευταίο αντίο
Η Βαρόνη Θάτσερ άφησε την τελευταία της πνοή στο ξενοδοχείο Ritz του Λονδίνου. Η κηδεία της, αν και με στρατιωτικές τιμές παρόμοιες με εκείνες της Βασιλομήτορος, έγινε χωρίς την «κρατική» τυπικότητα που η ίδια είχε αρνηθεί, θεωρώντας ακόμα και τις τιμητικές πτήσεις πάνω από την τελετή ως «σπατάλη χρημάτων».
Η κληρονομιά της παραμένει ζωντανή, όχι μόνο στην πολιτική ιστορία, αλλά και στη λαϊκή κουλτούρα, με τη βιογραφική ταινία του 2011 να χαρίζει στη Μέριλ Στριπ το Όσκαρ, απαθανατίζοντας τη γυναίκα που, είτε την αγαπούσε κανείς είτε τη μισούσε, δεν μπορούσε να την αγνοήσει.
















