Για τους Κρητικούς του 19ου αιώνα, η σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν μια υπόθεση που μπορούσε εύκολα να κλείσει με μια πολιτική συμφωνία. Οι εξεγέρσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ το αίτημα για Ένωση με την Ελλάδα παρέμενε σταθερά στο επίκεντρο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Σύμβαση ή Χάρτης της Χαλέπας, που υπογράφηκε στις 3 Οκτωβρίου 1878 στο ομώνυμο προάστιο των Χανίων, αποτέλεσε μια σημαντική παραχώρηση της οθωμανικής πλευράς. Οι διατάξεις της έδιναν στους χριστιανούς κατοίκους του νησιού διευρυμένα πολιτικά και διοικητικά δικαιώματα και ουσιαστικά εγκαθίδρυαν ένα καθεστώς ημιαυτονομίας για την Κρήτη.
Η συμφωνία ήρθε ως αποτέλεσμα μιας νέας μεγάλης κρίσης, αλλά και των πιέσεων που ασκήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η νέα εξέγερση και το όνειρο της Ένωσης
Στις αρχές του 1878, η κατάσταση στην Κρήτη είχε γίνει και πάλι εκρηκτική. Τον Ιανουάριο, οι χριστιανοί κάτοικοι του νησιού εξεγέρθηκαν εναντίον της οθωμανικής διοίκησης, επιχειρώντας να αξιοποιήσουν τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαιτίας του Ρωσοτουρκικού Πολέμου.
Ο στόχος τους ήταν για ακόμη μία φορά ξεκάθαρος: η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Για τον συντονισμό του αγώνα συγκροτήθηκε στο Φρε Αποκορώνου η «Παγκρήτιος Επαναστατική Επιτροπή». Οι Κρητικοί επαναστάτες είχαν μάλιστα εξασφαλίσει τη στήριξη της Αθήνας και του τότε πρωθυπουργεύοντος Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος είχε αναλάβει την πρωθυπουργία στις 27 Δεκεμβρίου 1877.
Η εξέλιξη της εξέγερσης ήταν γρήγορη. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου, οι επαναστάτες είχαν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγάλο μέρος της κρητικής υπαίθρου, ενώ οι μουσουλμάνοι κάτοικοι είχαν περιοριστεί κυρίως στα φρούρια των μεγάλων πόλεων.
Για ένα διάστημα, η εικόνα αυτή δημιούργησε την εντύπωση ότι η πολυπόθητη Ένωση βρισκόταν πλέον πολύ κοντά.
Το Συνέδριο του Βερολίνου αλλάζει τα δεδομένα
Οι ελπίδες των Κρητικών, ωστόσο, δεν κράτησαν για πολύ.
Το Συνέδριο του Βερολίνου, που πραγματοποιήθηκε από τις 13 Ιουνίου έως τις 13 Ιουλίου 1878 με τη συμμετοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν έκανε δεκτό το αίτημα για Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Αντί γι’ αυτό, οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σαφή κατεύθυνση να προχωρήσει σε νέες παραχωρήσεις προς τους χριστιανούς κατοίκους της Κρήτης.
Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ Β’, έχοντας και την προτροπή της Αγγλίας για πολιτική διευθέτηση της κρίσης, αναζήτησε μια λύση που θα μπορούσε να περιορίσει την ένταση. Δεν ήταν, όμως, διατεθειμένος να αποδεχθεί τα βασικά αιτήματα των επαναστατών για αυτονομία και χριστιανό ηγεμόνα.
Η τελική συμφωνία αποτέλεσε έτσι έναν συμβιβασμό: η Κρήτη δεν ενώθηκε με την Ελλάδα, αλλά απέκτησε ένα ιδιαίτερα διευρυμένο καθεστώς διοικητικών και πολιτικών ελευθεριών.
Τι κέρδισαν οι Κρητικοί με τη Σύμβαση της Χαλέπας
Η Σύμβαση που υπογράφηκε στις 3 Οκτωβρίου 1878 ήταν πολύ περισσότερα από μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση. Σε συνέχεια του Οργανικού Νόμου του 1868, οι νέες ρυθμίσεις ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση του χριστιανικού πληθυσμού και έδωσαν στην Κρήτη χαρακτηριστικά ημιαυτόνομου καθεστώτος.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορούσε τη θέση του Γενικού Διοικητή. Για πρώτη φορά προβλεπόταν ότι το αξίωμα μπορούσε να αναλάβει και χριστιανός. Η θητεία του οριζόταν σε πέντε χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης.
Παράλληλα, ο Γενικός Διοικητής θα είχε στο πλευρό του έναν σύμβουλο που θα ανήκε στο αντίθετο θρήσκευμα. Εάν ο διοικητής ήταν χριστιανός, ο σύμβουλός του θα ήταν μουσουλμάνος και αντίστροφα.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η αλλαγή στη σύνθεση της Γενικής Συνέλευσης. Για πρώτη φορά οι χριστιανοί αποκτούσαν την πλειοψηφία, καθώς από τα συνολικά 80 μέλη οι 49 θα ήταν χριστιανοί και οι 31 μουσουλμάνοι.
Η συμφωνία προέβλεπε ακόμη τη δημιουργία ειδικού αστυνομικού σώματος, της Κρητικής Χωροφυλακής, το οποίο θα στελεχωνόταν αποκλειστικά από ντόπιους.
Σημαντική ήταν και η γλωσσική αλλαγή. Η ελληνική αναγνωριζόταν ως επίσημη γλώσσα των δικαστηρίων και της Γενικής Συνέλευσης. Δίγλωσσα θα παρέμεναν τα επίσημα πρακτικά, οι δικαστικές αποφάσεις και η επίσημη αλληλογραφία.
Για τους Κρητικούς, ιδιαίτερο βάρος είχαν επίσης η γενική αμνηστία για όσους είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση του 1878 και η δυνατότητα να διατηρήσουν τα όπλα τους, καθώς αναγνωριζόταν το δικαίωμα οπλοφορίας.
Στις παραχωρήσεις περιλαμβάνονταν ακόμη σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά και δύο ελευθερίες που μέχρι τότε δεν ήταν δεδομένες: η δυνατότητα ίδρυσης φιλολογικών συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων.
Ποιοι υπέγραψαν τη συμφωνία
Η Σύμβαση της Χαλέπας ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην οθωμανική διοίκηση και τους εκπροσώπους των Κρητών.
Από την πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπέγραψαν ο βαλής της Κρήτης, δηλαδή ο γενικός διοικητής, Κωστάκης Αδοσίδης Πασάς, ο στρατηγός Μουχτάρ Πασάς και ο Σελίμ Εφέντι.
Από την πλευρά των χριστιανών υπέγραψαν οι εκπρόσωποι της «Παγκρητίου Επαναστατικής Επιτροπής»: Γεώργιος Παπαδοπετράκης, Κωσταρός Βολουδάκης, Ιωάννης Σφακιανάκης, Χαρίλαος Ασκούτσης, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Αντώνιος Μιχελιδάκης, Ζ. Θειακάκης, Κυριάκος Χατζηδάκης, Στυλιανός Σταυρούδης, Αντώνιος Σήφακας και Α. Μενεγίδης.
Η συμφωνία επικυρώθηκε λίγες ημέρες αργότερα με φιρμάνι του Σουλτάνου.
Μάλιστα, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Αμπντούλ Χαμίντ Β’ διόρισε Γενικό Διοικητή της Κρήτης τον ελληνικής καταγωγής χριστιανό αξιωματούχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Ισκεντέρ Πασά, δηλαδή τον Αλέξανδρο Καραθεοδωρή.
Ένα καθεστώς που δεν κράτησε για πάντα
Παρά τις σημαντικές αλλαγές που έφερε, η Σύμβαση της Χαλέπας δεν αποτέλεσε το τέλος των προβλημάτων στην Κρήτη.
Το νέο καθεστώς εφαρμόστηκε για περίπου 11 χρόνια, μέχρι την επόμενη μεγάλη εξέγερση των Κρητικών, το 1889. Στο διάστημα αυτό, αρκετές από τις προβλέψεις της συμφωνίας παραβιάστηκαν από την οθωμανική διοίκηση, όπως είχε συμβεί και με τον Οργανικό Νόμο του 1868.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική ζωή της Κρήτης βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Η διαμάχη ανάμεσα στους «Καραβανάδες», που εξέφραζαν τη συντηρητική πλευρά, και τους «Ξυπόλυτους», που συνδέονταν με τους φιλελεύθερους, συνέβαλε στην πολιτική αστάθεια και δυσχέρανε την ομαλή εφαρμογή του νέου καθεστώτος.
Η Σύμβαση της Χαλέπας, πάντως, παρέμεινε ένας κομβικός σταθμός στην ιστορία της Κρήτης. Η Ένωση με την Ελλάδα δεν ήρθε το 1878, όμως το νησί είχε κάνει ένα σημαντικό βήμα προς την πολιτική του αυτονόμηση.
Η 3η Οκτωβρίου 1878 έμεινε έτσι στην ιστορία ως η ημέρα κατά την οποία, μέσα από έναν δύσκολο συμβιβασμό, η Κρήτη απέκτησε ένα καθεστώς πρωτόγνωρων ελευθεριών και μια θεσμική βάση πάνω στην οποία θα εξελισσόταν η μετέπειτα πορεία της.
















