Σαν σήμερα, πριν από 29 χρόνια, η είδηση του θανάτου της Πριγκίπισσας Νταϊάνα πάγωσε τον πλανήτη. Η «Πριγκίπισσα του Λαού» έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στο Παρίσι, σε ένα δυστύχημα που συγκλόνισε τη Βρετανία και προκάλεσε πρωτοφανές κύμα θλίψης σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η ζωή της, ο θυελλώδης γάμος με τον Κάρολο, η φιλανθρωπική της δράση και οι συνθήκες γύρω από το μοιραίο εκείνο βράδυ εξακολουθούν να κρατούν το ενδιαφέρον στραμμένο στην ιστορία της.
Η νύχτα της 31ης Αυγούστου 1997 στο Παρίσι ξεκίνησε σαν μια συνηθισμένη έξοδος και μέσα σε λίγα λεπτά μετατράπηκε σε μια τραγωδία που εξακολουθεί να απασχολεί τη δημοσιότητα μέχρι σήμερα. Η Νταϊάνα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες της εποχής της, άφησε την τελευταία της πνοή μετά το τροχαίο στη σήραγγα Pont de l’Alma, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η πριγκίπισσα και ο Ντόντι Αλ Φαγέντ αναχώρησαν από το ξενοδοχείο Ritz με προορισμό το διαμέρισμά του. Ο οδηγός τους, Ανρί Πολ, βρισκόταν στο τιμόνι της Mercedes, ενώ φωτογράφοι ακολουθούσαν το αυτοκίνητο. Η διαδρομή στους δρόμους του Παρισιού διακόπηκε απότομα όταν το όχημα προσέκρουσε σε κολόνα μέσα στη σήραγγα Pont de l’Alma.

Η Νταϊάνα μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο Pitié-Salpêtrière, όπου οι γιατροί έδωσαν μάχη για να την κρατήσουν στη ζωή. Ο Γάλλος διασώστης Ξαβιέ Γκουρμελόν, ο οποίος βρέθηκε στο σημείο, περιέγραψε χρόνια αργότερα τις δραματικές στιγμές μετά τη σύγκρουση.
«Δύο φορές σταμάτησε η καρδιά της στα χέρια μου. Της έκανα μαλάξεις, επανήλθε και όταν την έβαλα στο ασθενοφόρο, ήμουν σίγουρος ότι θα ζήσει. Ήταν η μόνη από τους τέσσερις επιβαίνοντες που είχε τις αισθήσεις της. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Σοβαρά εξωτερικά τραύματα δεν φαινόταν να έχει», είχε πει ο διασώστης.
Ο ίδιος είχε περιγράψει ότι παρέμεινε δίπλα της, κρατώντας της το χέρι και προσπαθώντας να την καθησυχάσει, ενώ εκείνη φέρεται να ψέλλισε λίγες λέξεις μετά το δυστύχημα.
Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η εσωτερική αιμορραγία και η σοβαρότητα των τραυμάτων της αποδείχθηκαν μοιραίες. Η Νταϊάνα πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Αυγούστου 1997, προκαλώντας ένα πρωτοφανές κύμα θλίψης στη Βρετανία και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η γυναίκα πίσω από τον μύθο
Η Νταϊάνα Φράνσις Σπένσερ είχε γεννηθεί την 1η Ιουλίου 1961 και μεγάλωσε σε αριστοκρατικό περιβάλλον, με την οικογένειά της να διατηρεί στενούς δεσμούς με τη βρετανική βασιλική οικογένεια.

Τα παιδικά της χρόνια, ωστόσο, δεν ήταν ανέφελα. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μικρή, ενώ η διάλυση της οικογένειας αποτέλεσε μια δύσκολη εμπειρία για την ίδια. Ως νεαρή γυναίκα εργάστηκε ως νταντά και βοηθός σε παιδικό σταθμό, πριν η ζωή της αλλάξει ριζικά μετά τη γνωριμία της με τον πρίγκιπα Κάρολο.
Η σχέση τους προχώρησε γρήγορα και στις 29 Ιουλίου 1981 παντρεύτηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο. Η τελετή μεταδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να παρακολουθήσουν από κοντά το βασιλικό ζευγάρι.
Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δύο γιοι, ο πρίγκιπας Γουίλιαμ και ο πρίγκιπας Χάρι. Για το κοινό, η Νταϊάνα έγινε σύντομα η νέα πριγκίπισσα που έφερε έναν διαφορετικό αέρα στη μοναρχία.

Πίσω όμως από τη δημόσια εικόνα του παραμυθένιου γάμου υπήρχαν σοβαρές δυσκολίες. Η σχέση της με τον Κάρολο κλονίστηκε, ενώ η παρουσία της Καμίλα στη ζωή του πρίγκιπα αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες της κρίσης στον γάμο τους. Το ζευγάρι χώρισε και το διαζύγιο ολοκληρώθηκε το 1996.

Η Νταϊάνα βρέθηκε έκτοτε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Οι σχέσεις της, οι εμφανίσεις της, η προσωπική της ζωή και κάθε δημόσια κίνησή της γίνονταν αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος.
Η «Πριγκίπισσα του Λαού»
Παρά την έντονη προβολή της προσωπικής της ζωής, η Νταϊάνα κατάφερε να δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο δεσμό με το κοινό μέσα από τη φιλανθρωπική της δράση.
Επισκέφθηκε νοσοκομεία, στάθηκε δίπλα σε ασθενείς και συμμετείχε σε εκστρατείες που αφορούσαν ζητήματα τα οποία την εποχή εκείνη προκαλούσαν φόβο και προκατάληψη. Η στάση της απέναντι στους ανθρώπους που ζούσαν με AIDS, αλλά και η ενεργή συμμετοχή της στην εκστρατεία κατά των ναρκών κατά προσωπικού, αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα της δημόσιας δράσης της.

Η εικόνα της να πλησιάζει ανθρώπους που άλλοι φοβούνταν να αγγίξουν ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αντίληψη ότι η Νταϊάνα μπορούσε να φέρει τη βασιλική οικογένεια πιο κοντά στην κοινωνία.
Παράλληλα, είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο της μουσικής, της μόδας και του κινηματογράφου. Ο Έλτον Τζον, ο Τζορτζ Μάικλ και άλλοι διάσημοι ανήκαν στον κύκλο της, ενώ η εμφάνισή της και οι στιλιστικές επιλογές της επηρέασαν εκατομμύρια γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η προσωπικότητά της συνδύαζε τη λάμψη με μια εμφανή ευαισθησία. Αγαπούσε το κολύμπι, είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μουσική και, σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός της, διέθετε έντονο χιούμορ, παρά τη συστολή που συχνά εμφάνιζε στις δημόσιες εμφανίσεις της.

Η τελευταία περίοδος
Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η Νταϊάνα προσπαθούσε να διαμορφώσει μια νέα πορεία μακριά από τον στενό βασιλικό κύκλο. Η σχέση της με τον Ντόντι Αλ Φαγέντ είχε βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των φωτογράφων, ενώ οι παπαράτσι την ακολουθούσαν σχεδόν παντού.
Τον Ιούλιο του 1997 φωτογραφήθηκε από τον Μάριο Τεστίνο για το «Vanity Fair». Η συγκεκριμένη φωτογράφιση έμελλε να είναι μία από τις τελευταίες σημαντικές δημόσιες εμφανίσεις της.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Νταϊάνα θα βρισκόταν νεκρή στη σήραγγα του Παρισιού.
Ο θάνατός της προκάλεσε πρωτοφανή έκρηξη πένθους. Πλήθη ανθρώπων συγκεντρώθηκαν έξω από τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ και το Παλάτι του Κένσινγκτον, αφήνοντας λουλούδια, σημειώματα και φωτογραφίες.
Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1997 στο Αββαείο του Γουέστμινστερ. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο παρακολούθησαν την τελετή από τις τηλεοπτικές τους οθόνες.

Στο φέρετρό της τοποθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα αγαπημένα της λουλούδια, ενώ πάνω του βρισκόταν μία κάρτα με τη λέξη «Mummy», ένας χαρακτηρισμός που συνόψιζε ίσως την πιο σημαντική ιδιότητά της για τους δύο γιους της.
Η Νταϊάνα τάφηκε στο οικογενειακό κτήμα των Σπένσερ στο Άλθορπ.

Είκοσι εννέα χρόνια μετά, η μορφή της παραμένει ζωντανή. Η γυναίκα που κάποτε βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο ισχυρές οικογένειες του κόσμου κατάφερε τελικά να αποκτήσει μια διαφορετική θέση στη συλλογική μνήμη: εκείνη της πριγκίπισσας που, παρά τη λάμψη, τις συγκρούσεις και την αδιάκοπη δημοσιότητα, έμεινε συνδεδεμένη με την ανθρωπιά και τη φιλανθρωπική της δράση.
















