Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, η ιστορική χρηματιστηριακή εταιρεία της Wall Street Lehman Brothers κατέθεσε αίτηση για προστασία από τους πιστωτές βάσει του Κεφαλαίου 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα, εξελισσόμενη στο μεγαλύτερο θύμα της κρίσης των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime). Η κατάρρευσή της προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και συνέβαλε στη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση μετά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930.
Η ιστορία της Lehman Brothers
Την περίοδο της κατάρρευσής της, η Lehman Brothers ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα στις Ηνωμένες Πολιτείες, απασχολώντας περίπου 25.000 εργαζομένους σε ολόκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, η ιστορία της ξεκίνησε πολύ πιο ταπεινά, ως ένα μικρό κατάστημα ειδών ξηρού φορτίου που ίδρυσε το 1844 στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα ο Γερμανός μετανάστης Χένρι Λίμαν.
Το 1850, τα αδέλφια του Χένρι, Εμανουέλ και Μάιερ, εντάχθηκαν στην επιχείρηση, η οποία από τότε έγινε γνωστή ως Lehman Brothers.
Το 1994, η American Express, η οποία είχε αποκτήσει την εταιρεία μία δεκαετία νωρίτερα, προχώρησε στην απόσχιση της Lehman Brothers μέσω αρχικής δημόσιας προσφοράς (IPO).
Υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Ρίτσαρντ Φαλντ, η επενδυτική εταιρεία άρχισε να διευρύνει σημαντικά τις δραστηριότητές της, ιδιαίτερα μετά την κατάργηση το 1999 του Glass-Steagall Act, ενός νόμου που περιόριζε τις διασυνδέσεις και τις δραστηριότητες μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών.
Μέσα στο νέο, πιο απορυθμισμένο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, η Lehman Brothers αύξησε την παρουσία της σε δραστηριότητες όπως οι ιδιοχρηματοδοτούμενες συναλλαγές (proprietary trading), δηλαδή οι συναλλαγές με κεφάλαια της ίδιας της εταιρείας για την επίτευξη κέρδους, καθώς και η τιτλοποίηση, τα παράγωγα, η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και η αγορά ακινήτων.
Τα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου
Η μεγάλη άνοδος της αγοράς κατοικίας στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 οδήγησε τη Lehman Brothers και άλλες εταιρείες της Wall Street να εμπλακούν σε μεγάλο βαθμό σε collateralized debt obligations (CDOs) και mortgage-backed securities (MBSs), δηλαδή σε σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που συνδέονταν με στεγαστικά δάνεια.
Παράλληλα, η Lehman επεκτάθηκε και στη χορήγηση στεγαστικών δανείων, εξαγοράζοντας πέντε εταιρείες στεγαστικής πίστης την περίοδο 2003-2004. Μεταξύ αυτών υπήρχαν εταιρείες που ειδικεύονταν στα subprime στεγαστικά δάνεια, τα οποία απευθύνονταν σε δανειολήπτες με χαμηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στεγαστικό δάνειο.
Όταν οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να υποχωρούν απότομα στα μέσα του 2006, πολλοί δανειολήπτες subprime σταμάτησαν να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους. Έτσι αποκαλύφθηκε ο ιδιαίτερα υψηλός κίνδυνος που έκρυβαν αυτά τα δάνεια.
Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια, η Lehman Brothers συνέχισε να χορηγεί στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου και να αυξάνει την έκθεσή της στην αγορά ακινήτων ακόμη και μετά την έναρξη της πτώσης των τιμών.
Μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους 2007, η εταιρεία διέθετε περίπου 111 δισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία και τίτλους που συνδέονταν με εμπορικά ή οικιστικά ακίνητα. Το ποσό ήταν υπερδιπλάσιο από εκείνο που κατείχε στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς.
Τα πρώτα σημάδια της κρίσης
Καθώς η αγορά ακινήτων εξασθενούσε και επενδυτές και οίκοι αξιολόγησης εξέφραζαν ολοένα μεγαλύτερες αμφιβολίες για την αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων, κυρίως λόγω της περιορισμένης ρευστότητάς τους, άρχισε να κλονίζεται η εμπιστοσύνη προς τη Lehman Brothers και άλλες επενδυτικές τράπεζες.
Η Bear Stearns, μία από τις σημαντικότερες ανταγωνίστριες της Lehman, ήταν η πρώτη που βρέθηκε στα πρόθυρα κατάρρευσης. Στις 16 Μαρτίου 2008 απέφυγε την πτώχευση μέσω της εξαγοράς της από την J.P. Morgan Chase, με την υποστήριξη της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Μετά την αιφνίδια κατάρρευση της Bear Stearns, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι η Lehman Brothers θα ήταν η επόμενη μεγάλη επενδυτική τράπεζα που θα κατέρρεε.
Όπως η Bear Stearns και άλλες επενδυτικές τράπεζες, έτσι και η Lehman βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση μέσω συμφωνιών επαναγοράς, γνωστών ως repos. Μέσω αυτών εξασφάλιζε καθημερινά τα δισεκατομμύρια δολάρια που χρειαζόταν για τη λειτουργία της.
Η εξάρτηση αυτή την έκανε ιδιαίτερα ευάλωτη σε οποιαδήποτε κρίση εμπιστοσύνης από την πλευρά των επενδυτών και των αγορών.
Σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τους επενδυτές, η Lehman άντλησε 6 δισεκατομμύρια δολάρια σε κεφάλαια τον Ιούνιο του 2008, παρότι είχε ανακοινώσει την πρώτη ζημιά της από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο το 1994.
Στις 10 Σεπτεμβρίου, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι αναμενόταν να καταγράψει 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια σε απομειώσεις των λεγόμενων «τοξικών» περιουσιακών στοιχείων της, καθώς και ζημιά 3,93 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το τρίτο τρίμηνο.
Παράλληλα, η Lehman ανακοίνωσε ότι σχεδίαζε να μεταφέρει 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε τοξικά περιουσιακά στοιχεία σε ξεχωριστή εισηγμένη εταιρεία.
Η μεγαλύτερη χρεοκοπία στην ιστορία των ΗΠΑ
Μετά την ανακοίνωση, ο μεγάλος οίκος αξιολόγησης Moody’s απείλησε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση του χρέους της Lehman.
Στις 12 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος της Federal Reserve Τίμοθι Γκάιτνερ, ο υπουργός Οικονομικών Χένρι Πόλσον και άλλοι αξιωματούχοι συναντήθηκαν στα γραφεία της Fed στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να συζητήσουν την τύχη της εταιρείας.
Παρά τις ανησυχίες για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η κατάρρευση της Lehman Brothers, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και εκπρόσωποι της κυβέρνησης του προέδρου Τζορτζ Μπους αποφάσισαν τελικά να μην προχωρήσουν σε διάσωση ακόμη μίας επενδυτικής τράπεζας.
Ούτε οι προσπάθειες πώλησης της Lehman σε άλλη τράπεζα ευοδώθηκαν. Η Bank of America, ένας από τους πιθανούς αγοραστές, επέλεξε τελικά να αποκτήσει τη Merrill Lynch. Την ίδια ώρα, οι βρετανικές ρυθμιστικές αρχές μπλόκαραν την ύστατη προσπάθεια πώλησης της Lehman στην Barclays του Λονδίνου.
Χωρίς πλέον άλλες επιλογές, η Lehman Brothers κήρυξε πτώχευση τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Σεπτεμβρίου 2008.
Η εταιρεία δήλωσε περιουσιακά στοιχεία ύψους 639 δισεκατομμυρίων δολαρίων και χρέη ύψους 613 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που κατέστησε την πτώχευσή της τη μεγαλύτερη στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Την ίδια ημέρα, ο Dow Jones Industrial Average κατέρρευσε κατά περισσότερες από 500 μονάδες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από την επαναλειτουργία των αγορών μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Η κατάρρευση της Lehman έστειλε τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές σε αναταραχή για εβδομάδες και προκάλεσε έντονη συζήτηση σχετικά με την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να επιτρέψει στην τράπεζα να πτωχεύσει.
Μετά την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, η Barclays συμφώνησε να εξαγοράσει τις δραστηριότητες της Lehman Brothers στη Βόρεια Αμερική στους τομείς της επενδυτικής τραπεζικής και των κεφαλαιαγορών, διασώζοντας περίπου 10.000 θέσεις εργασίας.
Ο δικαστής Τζέιμς Πεκ, ο οποίος ενέκρινε τη συμφωνία, περιέγραψε την κατάσταση κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας ως εξής:
«Πρέπει να εγκρίνω αυτή τη συναλλαγή, επειδή είναι η μόνη διαθέσιμη. Η Lehman Brothers έγινε, στην ουσία, το θύμα – στην πραγματικότητα το μοναδικό πραγματικό σύμβολο που κατέρρευσε μέσα στο τσουνάμι που έπληξε τις πιστωτικές αγορές. Πρόκειται για την πιο σημαντική διαδικασία πτώχευσης στην οποία έχω συμμετάσχει ποτέ. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει προηγούμενο για μελλοντικές υποθέσεις. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ μια παρόμοια κατάσταση έκτακτης ανάγκης».
ΠΗΓΗ: history.com
















