Η Ελλάδα αποφάσισε κάποτε ότι οι νέοι μπορούν να ψηφίζουν από τα 17. Πολύ σωστά. Αν κάποιος μπορεί να αγχώνεται για Πανελλαδικές, να επιλέγει σχολή, να σκέφτεται αν θα μείνει στη χώρα ή θα φύγει έξω, να δουλεύει part time, να πληρώνει καφέ με τιμή μικρού ομολόγου και να ακούει τους μεγάλους να του εξηγούν «πώς είναι η ζωή», τότε μάλλον μπορεί και να ρίξει ένα ψηφοδέλτιο στην κάλπη χωρίς να καταρρεύσει η δημοκρατία.
- του Γιώργου Καραμανλή
Το πρόβλημα είναι ότι η συμμετοχή δεν είναι το ίδιο με την εκπροσώπηση. Οι νέοι έχουν ψήφο, έχουν φωνή, έχουν παρουσία, έχουν social media, έχουν memes, έχουν σχόλια, έχουν οργή, έχουν χιούμορ, έχουν άποψη. Αυτό που δεν έχουν πάντα είναι θέση. Θέση στα κέντρα αποφάσεων, θέση στις πολιτικές προτεραιότητες, θέση στις σοβαρές συζητήσεις πριν αυτές καταλήξουν σε προεκλογικό σποτ με χαμογελαστούς εικοσάρηδες και μουσική που θυμίζει διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας.
Η Gen Z δεν είναι αδιάφορη. Είναι απλώς δύσπιστη. Και όχι άδικα. Μεγάλωσε βλέποντας κρίσεις, ακρίβεια, πανδημία, περιβαλλοντικό άγχος, εργασιακή ανασφάλεια και μια δημόσια συζήτηση που συχνά τη θυμάται μόνο όταν πρέπει να εξηγήσει γιατί «οι νέοι δεν ψηφίζουν». Λες και το μυστήριο είναι γιατί ένας νέος δεν ενθουσιάζεται με ένα πολιτικό σύστημα που του υπόσχεται μέλλον σε δόσεις με επιτόκιο απογοήτευσης.
Στα social media οι νέοι μιλούν. Συχνά πιο γρήγορα, πιο άμεσα και πιο ωμά απ’ όσο αντέχει η παραδοσιακή πολιτική γλώσσα. Σχολιάζουν, σαρκάζουν, ξεμπροστιάζουν, οργανώνονται, αντιδρούν, ακυρώνουν, στηρίζουν. Μπορεί ένα story να μην είναι πολιτικό πρόγραμμα, αλλά πολλές φορές αποτυπώνει καλύτερα το κλίμα μιας γενιάς από μια τρίωρη ομιλία σε κομματική αίθουσα με κακό ήχο και ακόμη χειρότερο καφέ.
Κι όμως, αυτή η ψηφιακή φωνή δύσκολα μετατρέπεται σε θεσμική παρουσία. Οι νέοι καλούνται να συμμετάσχουν, αλλά σπάνια να συνδιαμορφώσουν. Να ψηφίσουν, αλλά όχι να αποφασίσουν. Να ακουστούν, αλλά όχι απαραίτητα να ληφθούν υπόψη. Να γίνουν το «μέλλον της χώρας» χωρίς να ενοχλούν πολύ το παρόν της.
Η απόσταση αυτή γεννά απογοήτευση. Γιατί οι νέοι δεν ζητούν να τους παραδοθεί η χώρα με κορδέλα, αλλά να μην αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικό δημοκρατικής ανανέωσης. Ζητούν πολιτικές για στέγη, δουλειά, παιδεία, ψυχική υγεία, περιβάλλον, μετακινήσεις, αξιοκρατία. Όχι άλλα χαριτωμένα πάνελ για τη «νέα γενιά», όπου μιλούν κυρίως άνθρωποι που τελευταία φορά ήταν νέοι όταν το Ίντερνετ έκανε θόρυβο σύνδεσης.
Η ψήφος στα 17 ήταν ένα βήμα. Αλλά δεν αρκεί να δίνεις στους νέους κάλπη, αν δεν τους δίνεις χώρο. Δεν αρκεί να τους ζητάς συμμετοχή, αν η εκπροσώπηση παραμένει κλειστό κλαμπ. Γιατί μια γενιά που έχει μάθει να μιλάει δημόσια, να αμφισβητεί γρήγορα και να οργανώνεται ψηφιακά, δεν θα αρκεστεί για πάντα στον ρόλο του κοινού.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα: Φοβόμαστε ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική ή μήπως ότι, αν τελικά ενδιαφερθούν σοβαρά, θα ζητήσουν να αλλάξουν και τους κανόνες της;
















