Τα προβιοτικά συνδέονται άρρηκτα με την υγεία του εντέρου. Συνήθως τα παίρνουμε μετά από αντιβίωση, όταν υπάρχει φούσκωμα ή σε περιόδους άγχους. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από το σωστό timing, τη δόση και το είδος του μικροοργανισμού, ενώ δεν απευθύνονται σε όλους.
Τι είναι τα προβιοτικά
Πρόκειται για ζωντανούς μικροοργανισμούς – συνήθως βακτήρια ή μύκητες – που βοηθούν στην ισορροπία του μικροβιώματος του εντέρου. Δεν «καθαρίζουν» το έντερο ούτε αντικαθιστούν μια σωστή διατροφή. Κάθε στέλεχος έχει διαφορετική δράση: κάποιο βοηθά σε διάρροια μετά από αντιβίωση, άλλο σε σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και άλλο μπορεί να μην έχει καμία επίδραση.
Πότε να αποφύγετε τα προβιοτικά
-
Σοβαρά προβλήματα ανοσοποιητικού: Άτομα με ανοσοκαταστολή ή βαριά νοσηλεία μπορεί να εμφανίσουν επιπλοκές.
-
Σοβαρές παθήσεις ή καθετήρες: Π.χ. σοβαρή παγκρεατίτιδα ή κεντρικός φλεβικός καθετήρας.
-
Σοβαρά συμπτώματα: Αίμα στα κόπρανα, έντονος πόνος, πυρετός ή ανεξήγητη απώλεια βάρους.
-
Παρενέργειες: Φούσκωμα, περισσότερα αέρια ή δυσφορία που δεν υποχωρούν μπορεί να σημαίνει ότι το προβιοτικό δεν ταιριάζει.
Πότε χρειάζεται προσοχή
Τα προβιοτικά δεν είναι «απαγορευτικά», αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που θέλουν πιο προσεκτική επιλογή.
- Σε ευερέθιστο έντερο με έντονο φούσκωμα: Σε IBS (Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου), κάποια προβιοτικά βοηθούν, άλλα όμως μπορούν να αυξήσουν τα αέρια. Εκεί δεν παίζει ρόλο μόνο το να πάρουμε προβιοτικό, αλλά ποιο στέλεχος, για πόσο καιρό και με τι διατροφή.
- Σε ιστορικό μυκητιάσεων: Ορισμένα προβιοτικά βασίζονται σε ζύμες. Αν κάποιος έχει ιστορικό συχνών μυκητιάσεων ή συγκεκριμένες ευαισθησίες, καλό είναι να γίνεται σωστή επιλογή.
Τα 3 πιο συχνά λάθη με τα προβιοτικά
Το νούμερο ένα λάθος είναι ότι αντιμετωπίζουμε τα προβιοτικά σαν γενικό συμπλήρωμα διατροφής, χωρίς συγκεκριμένο λόγο.
Πολλοί τα ξεκινούν επειδή κάτι δεν πάει καλά με το έντερο, χωρίς να ξέρουν αν πρόκειται για δυσκοιλιότητα, δυσανεξία, ευερέθιστο έντερο, επίδραση από διατροφή, άγχος ή κάτι εντελώς διαφορετικό. Έτσι, το προβιοτικό που διαλέγουν μπορεί να μην είναι το κατάλληλο και τελικά να μην δουν αποτέλεσμα.
Ένα άλλο συχνό λάθος είναι το timing, ειδικά σε συνδυασμό αντιβίωσης. Σε γενικές γραμμές, όταν κάποιος παίρνει αντιβίωση, τα προβιοτικά συχνά προτείνεται να λαμβάνονται σε διαφορετική ώρα, με απόσταση μερικών ωρών, ώστε να μην εξουδετερώνονται άμεσα. Σε κάθε περίπτωση, η οδηγία του γιατρού ή του φαρμακοποιού είναι αυτή που μετράει.
Τέλος, δεν πρέπει να σταματάμε τα προβιοτικά πολύ νωρίς. Πολλοί περιμένουν να δουν άμεσο αποτέλεσμα, μέσα σε 2-3 μέρες. Όμως, το μικροβίωμα δεν αλλάζει από τη μία στιγμή στην άλλη. Σε αρκετές περιπτώσεις χρειάζεται συνέπεια για κάποιες εβδομάδες, ώστε να αξιολογηθεί αν βοηθά πραγματικά.
Πώς καταλαβαίνουμε ότι δεν μας ταιριάζουν
Υπάρχουν σαφή σημάδια που δείχνουν ότι ένα προβιοτικό είτε δεν προσφέρει όφελος είτε μπορεί να προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις:
-
Καμία βελτίωση μετά από 1-2 εβδομάδες: Αν τα συμπτώματα παραμένουν ίδια, πιθανότατα το σκεύασμα δεν είναι κατάλληλο για τον στόχο σας.
-
Σταθερή επιδείνωση: Φούσκωμα, αέρια, κράμπες ή αλλαγές στις κενώσεις που «απορρυθμίζουν» το σώμα σας είναι λόγος να σταματήσετε τη χρήση και να επανεκτιμήσετε την κατάσταση.
Πριν καταφύγουμε σε συμπληρώματα, αξίζει να εστιάσουμε στα βασικά: σωστή διατροφή με φυτικές ίνες, επαρκής ενυδάτωση, σταθερό ωράριο ύπνου και περιορισμός υπερεπεξεργασμένων τροφών. Για πολλούς, αυτές οι αλλαγές έχουν πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα από ένα τυχαίο προβιοτικό.
Όταν υπάρχει συγκεκριμένο πρόβλημα – όπως διάρροια μετά από αντιβίωση ή έντονο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου – η επιλογή προβιοτικού πρέπει να γίνεται με στόχο και διάρκεια, πάντα με τη συμβουλή γιατρού ή φαρμακοποιού και όχι απλά επιλέγοντας το πρώτο διαθέσιμο προϊόν από το ράφι.












