
Ο άνθρωπος που διευκόλυνε τις αρρωστημένες ορέξεις του Τζέφρι Έπσταϊν και των πλούσιων και παγκοσμίου φήμης φίλων του λέει πως θα μιλήσει, μόνο αν της απονείμει χάρη ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η Γκισλέιν Μάξγουελ είναι η μόνη που μετά τον θάνατο του δισεκατομμυριούχου χρηματιστή ξέρει όλη την αλήθεια για το σκάνδαλο το οποίο έχει απλώσει τη δυσωδία του σε όλο τον πλανήτη και ακόμη και πίσω από τα κάγκελα κρατά κλειστό το στόμα για όσα σημάδεψαν τη μέχρι τώρα αλλά και την υπόλοιπη ζωη της.
Η αγαπημένη του μπαμπά
Η Γκισλέιν είναι το ένατο και τελευταίο παιδί του Βρετανού μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης, Ρόμπερτ Μάξγουελ. Πατέρας και κόρη λέγεται πως είχαν μια πολύ στενή σχέση.

Έδωσε στο κότερό του το όνομα της και το 1991 άφησε την τελευταία του πνοή δίπλα σε αυτό.

Η γνωριμία με τον Έπσταϊν
Την επόμενη χρονιά, στα 31 της έτη, μετακόμισε στις ΗΠΑ όπου άνοιξε το καθοριστικό για την υπόλοιπη ζωή της κεφάλαιο Τζέφρι Έπσταϊν.

Γνωρίστηκαν μέσω κοινών φίλων στην υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης και υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για ένα γερό δέσιμο. Ο χρηματιστής που τότε ανέπτυσσε το δίκτυό του, απέκτησε πρόσβαση στους κοσμικούς κύκλους της Μάξγουελ, ενώ εκείνη βρήκε οικονομική ασφάλεια και έναν νέο, πολυτελή τρόπο διαβίωσης.

Ποτέ δεν έκρυψαν τη χλιδάτη ζωή ποζάροντας σε ιδιωτικά τζετ και υπερπολυτελή γιοτ, σε εξωτικούς προορισμούς.

Σε κάποιες φωτογραφίες το ζευγάρι εμφανίζεται να χαλαρώνει σε ιδιωτική κατοικία της βασίλισσας Ελισάβετ στο Κάστρο του Μπαλμόραλ στην Σκωτία ή σε κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες ανάμεσα στους καλεσμένους βλέπει κανείς τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον αλλά και τον νυν Ντόναλντ Τραμπ.


Η αρχή του τέλους
Την αρχή του τέλους σηματοδότησε η αυτοκτονία του Τζέφρι Επσταϊν, στο κελί του, στις 10 Αυγούστου του 2019.


Από εκείνη την ημέρα, εξαφανίστηκε από προσώπου γης και ζούσε σαν φυγάς. Αγόρασε με ένα εκατομμύριο δολάρια σε μετρητά, μια έπαυλη χτισμένη σε έκταση 600 στρεμμάτων, στο Μπράντφορντ του Νιου Χάμσαϊρ. Το υπερπολυτελές κρησφύγετο όμως δεν απέτρεψε τη σύλληψη της.

Στις 2 Ιουλίου του 2020 , άνδρες του FBI, που την παρακολουθούσαν επί εβδομάδες, χτύπησαν την πόρτα της απαστράπτουσας έπαυλης και της πέρασαν τις χειροπέδες.

Τα όσα σοκαριστικά ήρθαν στο φως της δημοσιότητας στη δίκη της, έβαλαν οριστικό τέλος στην ελευθερία και την ανέμελη χλιδάτη ζωή της κοσμοπολίτισσας Βρετανίδας.

Η Γκισλέιν Μάξγουελ είχε κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη του δικτύου παιδεραστίας του Έπσταϊν. Εκείνη ήταν που εντόπιζε τα κορίτσια-θύματα, τα έπειθε να την ακολουθήσουν υποσχόμενη πλούτη και καριέρες και τελικά τα οδηγούσε στο κρεβάτι του χρηματιστή.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, που απλώνεται σε 17 σελίδες, η Μάξγουελ με τις ενέργειές της συνέβαλε στην κακοποίηση ανηλίκων κοριτσιών, τόσο από τον αυτόχειρα Τζέφρι Έπσταϊν όσο και από μέλη του κοινωνικού του κύκλου, που περιελάμβανε την κορωνίδα της υψηλής κοινωνίας, πλούσιους και διάσημους, πολιτικούς ακόμα και γαλαζοαίματους.
Μάλιστα, το FBI αναφέρει ότι ήταν και εκείνη παρούσα και συμμετείχε στην κακοποίηση των μικρών κοριτσιών.

Η φυλακή και το δικαίωμα της σιωπής
Κρίθηκε ένοχη για συνολικά πέντε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως και κυρίως για σωματεμπορία ανηλίκων και εκτίει ποινή 20ετούς κάθειρξης.

Την Δευτέρα κλήθηκε να καταθέσει κεκλεισμένων των θυρών μέσω βιντεοκλήσης από τις φυλακές του Τέξας όπου κρατείται ενώπιον επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων, εν μέσω θύελλας που έχει ξεσπάσει στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη από την δημοσίευση στις 30 Ιανουαρίου τεράστιου όγκου εγγράφων της υπόθεσης που εκθέτουν πλήθος δημοσίων προσώπων.

Οι περισσότερες των τριών εκατομμυρίων σελίδες εγγράφων που δόθηκαν στην δημοσιότητα δεν περιέχουν νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιπλέον διώξεις. Αλλά, αν και η απλή αναφορά του ονόματος ενός προσώπου δεν σημαίνει a priori αξιόποινη ή αξιόμεμπτη πράξη, πολλοί φοβούνται το ωστικό κύμα των αποκαλύψεων για τις παρελθούσες σχέσεις τους με τον χρηματιστή σεξουαλικό εγκληματία και τη σύντροφο-συνεργό του.
Οι συνήγοροί της απαιτούσαν από το Κογκρέσο ποινική ασυλία σε αντάλλαγμα της κατάθεσής της. Από την στιγμή που εισέπραξε ένα ξεκάθαρο «όχι» η συνέχεια ήταν προδιαγεγραμμένη. Με γυαλιά και πουκάμισο, μέσα από τη φυλακή του Τέξας όπου κρατείται, η 64χρονη Μάξγουελ αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις της Επιτροπής, επικαλούμενη το δικαίωμα στην σιωπή, σύμφωνα με την Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, για να μην ενοχοποιήσει περαιτέρω τον εαυτό της. Στα 19 λεπτά που διήρκησε η διαδικασία απάντησε μόνο στις ερωτήσεις για τα στοιχεία της και για το αν κατανοεί την νομική φύση της κατάθεσής της.
![]()
Ο αμερικανός υφυπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπανς, πρώην δικηγόρος του Ντόναλντ Τραμπ, σε μία πολύ ασυνήθιστη κίνηση, την είχε επισκεφθεί στα τέλη του περασμένου Ιουλίου, στη Φλόριντα όπου τότε κρατούνταν, για να την ανακρίνει επί μιάμιση ημέρα. Λίγο καιρό μετά, μεταφέρθηκε σε νέα χαλαρότερη φυλακή στο Τέξας, γεγονός που προκάλεσε οργή στα θύματα και τις οικογένειές τους.

Σύμφωνα με τα πρακτικά αυτής της συνομιλίας που δόθηκαν στην δημοσιότητα τον Αύγουστο, η Μάξγουελ δηλώνει ότι δεν πιστεύει στο σενάριο της αυτοκτονίας του Τζέφρι Έπσταϊν, χωρίς να είναι σε θέση να κάνει υποθέσεις για την ταυτότητα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τον θάνατο του συνεργού και συντρόφου της. Μερίδα Αμερικανών και πρόσωπα της ριζοσπαστικής δεξιάς θεωρούν ότι ο χρηματιστής δολοφονήθηκε για να μην ενοχοποιήσει προσωπικότητες που είχαν επωφεληθεί από τις δραστηριότητές του.

Τη συνωμοσιολογία αναζωπύρωσε την περασμένη εβδομάδα έγγραφο από το γραφείο του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα του Μανχάταν που επιβεβαιώνει τον θάνατο του Επστάιν με ημερομηνία 9 Αυγούστου 2019, ενώ ο παιδόφιλος βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του στις 6:30 π.μ. στις 10 Αυγούστου.

Κανείς δεν έλεγξε τον κρατούμενο μεταξύ 22:40 στις 9 Αυγούστου και περίπου 6:40 π.μ. στις 10 Αυγούστου, σύμφωνα με την έρευνα του FBI, η οποία επίσης δεν αποκαλύπτει την ακριβή ώρα θανάτου του.
Παράλληλα ο αμερικανός ιατροδικαστής Μάικλ Μπάντεν, ο οποίος είχε παραστεί στη νεκροψία ως παρατηρητής εκ μέρους της οικογένειας του Έπσταϊν, ζητά νέα διερεύνηση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν με βεβαιότητα την αυτοκτονία. Όπως δήλωσε στην Telegraph, «κατά την άποψή μου, ο θάνατός του πιθανότατα προκλήθηκε από στραγγαλιστική πίεση και όχι από απαγχονισμό», επιμένοντας ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.












