Η ισχυροποίηση της ελληνικής περιφέρειας και ιδιαίτερα της υπαίθρου αποτελεί σήμερα μια από τις πιο κρίσιμες αναπτυξιακές και κοινωνικές προκλήσεις για τη χώρα. Για πολλά χρόνια, η αγροτική έξοδος και η συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα οδήγησαν σε ερημοποίηση ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, με σοβαρές επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή, την παραγωγική βάση και την εδαφική ισορροπία της Ελλάδας.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα πραγματικότητα. Η κρίση του αστικού τρόπου ζωής, το υψηλό κόστος κατοικίας στις πόλεις, αλλά και οι νέες δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία, επαναφέρουν την ύπαιθρο στο προσκήνιο. Νέοι άνθρωποι, οικογένειες και επαγγελματίες αναζητούν πλέον ποιοτικότερες συνθήκες ζωής και ουσιαστικές προοπτικές στην περιφέρεια. Η Πολιτεία οφείλει και πλέον το πράττει, να στηρίξει αυτή τη στροφή με συγκεκριμένες πολιτικές.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει θέσει την περιφερειακή ανάπτυξη ως βασικό άξονα της στρατηγικής της. Μέσα από το νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2023–2027, τα τοπικά προγράμματα LEADER και τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης, ενισχύονται επενδύσεις που δημιουργούν απασχόληση στην ύπαιθρο, στηρίζουν τη μεταποίηση, τον αγροτουρισμό και τις μικρές τοπικές αλυσίδες αξίας. Παράλληλα, ο νέος Αναπτυξιακός Νόμος προβλέπει αυξημένα κίνητρα για επενδύσεις σε ορεινές, νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές, ενισχύοντας έμπρακτα την αποκέντρωση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πολιτική για τη στέγαση και τις υποδομές. Η αξιοποίηση ανενεργών κατοικιών, τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, αλλά και οι παρεμβάσεις για τη βελτίωση της ψηφιακής και συγκοινωνιακής συνδεσιμότητας μειώνουν τις αποστάσεις μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Η επέκταση των ευρυζωνικών δικτύων και των ψηφιακών υπηρεσιών του Δημοσίου επιτρέπει πλέον σε πολλούς πολίτες να εργάζονται και να εξυπηρετούνται από τον τόπο κατοικίας τους, χωρίς να στερούνται βασικές λειτουργίες.
Ωστόσο, καμία πολιτική δεν μπορεί να αποδώσει χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των τοπικών κοινωνιών. Οι κοινότητες της υπαίθρου διαθέτουν πολύτιμο ανθρώπινο και κοινωνικό κεφάλαιο, γνώση του τόπου και ισχυρούς δεσμούς με τον απόδημο πληθυσμό. Μέσα από συλλογικές πρωτοβουλίες, μπορούν να ενεργοποιήσουν τοπικούς πόρους, να διευκολύνουν την πρόσβαση σε κατοικία και γη και να στηρίξουν την ένταξη νέων κατοίκων στον κοινωνικό και παραγωγικό ιστό.
Στη Θεσσαλία και στον Νομό Καρδίτσας, ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες δοκιμασίες των τελευταίων ετών, γίνεται σαφές ότι η ανασυγκρότηση και η αναζωογόνηση της υπαίθρου δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Ορεινές κοινότητες με πλούσιο φυσικό περιβάλλον, αγροτική παράδοση και πολιτιστική ταυτότητα μπορούν να αποτελέσουν πυρήνες βιώσιμης ανάπτυξης, αρκεί να στηριχθούν με σχέδιο, συνέργειες και συνέχεια πολιτικών.
Η αποτροπή της ερημοποίησης της υπαίθρου είναι πρωτίστως ζήτημα ισόρροπης ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει με δυναμικά αστικά κέντρα και μια αδύναμη περιφέρεια. Χρειάζεται ζωντανές κοινότητες, νέους ανθρώπους που επιλέγουν να ζήσουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους και ένα κράτος που στέκεται αρωγός σε αυτή την προσπάθεια.
Η ύπαιθρος μπορεί να ξαναγίνει τόπος ζωής, παραγωγής και ελπίδας. Και αυτό είναι μια εθνική υπόθεση που μας αφορά όλους.










