Στην ανάγκη η Ευρώπη να κινηθεί ταχύτερα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη συμφωνηθεί, αλλά και να διαμορφώσει ένα σαφές τεχνολογικό όραμα για τα επόμενα χρόνια, στάθηκε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο πλαίσιο του 30ού Government Roundtable του Economist, στη συζήτηση με θέμα «Είναι η Ευρώπη επενδύσιμη;».
«Οι κατευθύνσεις υπάρχουν, τώρα χρειάζεται ταχύτητα»
Ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε ότι οι εκθέσεις των Ενρίκο Λέτα και Μάριο Ντράγκι έχουν ήδη καθορίσει τις βασικές προτεραιότητες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλέον το ζητούμενο είναι η γρήγορη εφαρμογή όσων έχουν συμφωνηθεί.
Όπως ανέφερε, ζητήματα όπως η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και το εποπτικό πλαίσιο βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο των συζητήσεων τόσο στο Ecofin όσο και στο Eurogroup.
Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον τομέα της ενέργειας, επικαλέστηκε στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σύμφωνα με τα οποία οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης θα ήταν κατά 12% μικρότερες αν είχαν ληφθεί έγκαιρα κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Στο ίδιο πλαίσιο σημείωσε ότι οι ενεργειακές επενδύσεις εντάσσονται πλέον στη ρήτρα διαφυγής.
Αναφερόμενος στο ψηφιακό ευρώ, εκτίμησε ότι η εφαρμογή του αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2029, επισημαίνοντας ωστόσο ότι, παρά τα βήματα που έχουν γίνει, απαιτείται μεγαλύτερη πρόοδος σε αρκετούς τομείς.
Παράλληλα, εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία της Ευρώπης, τονίζοντας πως, παρά τις διεθνείς προκλήσεις, υπάρχει πολιτική βούληση για ουσιαστικές αλλαγές.
«Το μέρισμα του προφανούς δεν αρκεί»
Ο υπουργός ανέφερε ότι η Ελλάδα, πριν από το 2019, είχε αφήσει σε εκκρεμότητα μεταρρυθμίσεις που επί χρόνια δεν προχωρούσαν, γεγονός που δημιούργησε -όπως χαρακτηριστικά είπε- ένα «μέρισμα του προφανούς», καθώς η υλοποίησή τους απέδωσε άμεσα αποτελέσματα.
Τόνισε όμως ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων του παρελθόντος δεν είναι αρκετή, καθώς απαιτούνται ταυτόχρονα λύσεις για τις προκλήσεις που διαμορφώνονται τα επόμενα χρόνια.
Αντίστοιχα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σημείωσε ότι πρωτοβουλίες όπως η Ένωση Κεφαλαιαγοράς μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη, όμως η Ένωση χρειάζεται παράλληλα ένα ολοκληρωμένο τεχνολογικό δόγμα.
Οι τρεις άξονες για την ευρωπαϊκή τεχνολογία
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε τρεις βασικές κατευθύνσεις που, κατά την άποψή του, πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη στον τομέα της τεχνολογίας. Η πρώτη αφορά την περαιτέρω ενίσχυση των κλάδων στους οποίους η Ευρώπη διαθέτει ήδη ισχυρή παρουσία και μπορεί να διατηρήσει ηγετικό ρόλο.
Η δεύτερη σχετίζεται με την ανάπτυξη νέων τομέων όπου, παρότι σήμερα δεν υπάρχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για σημαντική πρόοδο.
Η τρίτη, όπως είπε, είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν είναι ρεαλιστικό η Ευρώπη να επιχειρήσει να αναπτύξει δικές της λύσεις σε κάθε τεχνολογικό πεδίο. Αντίθετα, οι διαθέσιμοι πόροι θα πρέπει να κατευθύνονται εκεί όπου μπορούν να αποδώσουν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.
Χρηματοδότηση και ευρωπαϊκή κυριαρχία
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην Ένωση Αποταμιεύσεων, την οποία χαρακτήρισε καθοριστική για την ενίσχυση των επενδύσεων και της επιχειρηματικότητας στην Ευρώπη.
Όπως ανέφερε, μια νεοφυής επιχείρηση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκει εύκολα χρηματοδότηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να αναγκάζεται να αναζητά επενδυτικά κεφάλαια εκτός ευρωπαϊκών συνόρων.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται κοινή στρατηγική γύρω από την έννοια της κυριαρχίας, καθώς το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αλληλεξάρτηση και διαρκείς γεωπολιτικές μεταβολές. Όπως υποστήριξε, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας περνά μέσα από την ανάπτυξη στρατηγικών συνεργειών και τη βελτίωση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων σε κρίσιμους τομείς.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο πρόεδρος του Eurogroup στάθηκε στις εξελίξεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, επισημαίνοντας ότι οι επιπτώσεις της πρέπει να αξιολογηθούν έγκαιρα.
Όπως ανέφερε, η ανάπτυξη της AI θυμίζει ταυτόχρονα έναν αγώνα ταχύτητας αλλά και μια μορφή διεθνούς ανταγωνισμού αντίστοιχη με εκείνη των εξοπλισμών, γεγονός που καθιστά αναγκαίες πολύ μεγάλες επενδύσεις προκειμένου η Ευρώπη να μπορέσει να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.
















