Θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου της ηθοποιού Mέλπως Ζαρόκωστα σε ηλικία 91 ετων, έπειτα από προβλήματα υγείας.
Με πορεία γεμάτη συνέπεια, ήθος και αγάπη για το θέατρο και την υποκριτική, ξεχώρισε για τη διακριτική της παρουσία και το πάθος με το οποίο υπηρετούσε κάθε ρόλο.
Η πρωταγωνίστρια του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου υπήρξε αγαπητή τόσο στο κοινό όσο και στους συναδέλφους της, οι οποίοι μιλούν για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, με βαθιά ευαισθησία και αφοσίωση στο έργο της.
Η απώλειά της αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, όμως το έργο και οι στιγμές που χάρισε στη σκηνή θα συνεχίσουν να τη κρατούν ζωντανή στη μνήμη όλων.
Η δυσάρεστη είδηση έγινε γνωστή από τον Σπύρο Μπιμπίλα, ο οποίος έκανε ανάρτηση στο Facebook.
«Με βαθύτατη θλίψη πριν από λίγο μάθαμε από τον αγαπημένο της γιο Αλέξανδρο Παγουλάτο την αποχώρηση απο την ζωή της πολυαγαπημενης μας σπουδαίας ηθοποιού, αγωνίστριας, σπουδαίας μεταφράστριας παμπολλων έργων…
Δίπλα σε όλους τους αγώνες των ηθοποιών η αγαπημένη μας φίλη που άφησε το αποτύπωμα της σε πάμπολλες υπέροχους ρόλους στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Οσοι την γνωρίσαμε και απο το θέατρο και δουλέψαμε μαζι της ζήσαμε το πάθος και την αγάπη της για το θέατρο. ΜΕΛΠΩ ΜΟΥ. Σ’ ευχαριστώ που με τίμησες με μια μεγάλη φιλία.
Θα σε αγαπάμεμε πάντα… Σε νεα ανάρτηση θα αναφέρουμε ποτε και που θα γίνει η εξόδιος ακολουθία», έγραψε χαρακτηριστικά.
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1933. Κόρη του Ηλία Ζαρόκωστα, ενός από τους πρώτους Έλληνες αναλογιστές και της Δέσποινας Σπυροπούλου.
Μετά τον Πόλεμο, μετανάστευσε για λίγο καιρό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κατόπιν στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου σπούδασε θέατρο στο Metropolitan Theater και στη σχολή ραδιοφωνικών σπουδών Canandale σκηνοθεσία, σενάριο και υποκριτική.
Έμεινε εκεί 11 χρόνια και ξεκίνησε την καλλιτεχνική της καριέρα στην τηλεόραση και το θέατρο. Ερμήνευσε στο Σίδνεϊ την Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ, επίσης την Εκάβη στα ελληνικά για την ελληνική παροικία.
Το 1957 παντρεύτηκε τον πρώτο της σύζυγο, τον πιανίστα Ανδρέα Διαμαντίδη, και μετέβη μαζί του Λονδίνο, όπου και έμειναν για έναν χρόνο. Λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων επέστρεψε στην Ελλάδα το 1958.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την επιστροφή στην Αθήνα, ξεκίνησε και τη συνεργασία της με τον θίασο του Λάμπρου Κωνσταντάρα.
Εκεί γνώρισε και τον μετέπειτα δεύτερο σύζυγο της επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη Βίκτορα Παγουλάτο με τον οποίο και απέκτησαν έναν γιο, τον Αλέξανδρο.
Ασχολήθηκε με τη μετάφραση και διασκευή έργων για το θέατρο, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Έγραψε το πρώτο της θεατρικό έργο, το Φροντιστήριο γυναικών, στο οποίο και συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Νόρα Βαλσάμη και το Νίκο Απέργη. Έκτοτε αρκετά δικά της έργα έχουν παιχθεί στην Αθήνα και την επαρχία.
Υπήρξε το πρώτο γυναικείο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων από το 1960, μέλος του Δ.Σ. από το 1990 και Πρόεδρος της Εταιρείας από το 1999 έως το 2001.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε σε γηροκομείο, μακριά από τα φώτα της σκηνής, αλλά με μια διαδρομή που φέρει το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού και ομογενειακού θεάτρου.
Με ανακοίνωσή της, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη αποχαιρετά την ηθοποιό:
«Με ιδιαίτερη θλίψη πληροφορήθηκα την απώλεια της Μέλπως Ζαρόκωστα, η οποία διέγραψε μια γονιμότατη πορεία δεκαετιών στην Τέχνη.
Με στέρεες σπουδές στην υποκριτική στην Αυστραλία, ξεκίνησε εκεί την πολύχρονη σταδιοδρομία της, ερμηνεύοντας από νωρίς απαιτητικούς ρόλους του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου, συμβάλλοντας ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του θεάτρου της πολυπληθούς ελληνικής παροικίας.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η Μέλπω Ζαρόκωστα κέρδισε δικαιωματικά μια εξέχουσα θέση τόσο στο σανίδι, όσο και στη μεγάλη οθόνη, μέσω της οποίας συστήθηκε και έγινε ιδιαίτερα αγαπητή στο ευρύ κοινό, για να συνεχίσει με επιλεκτικές παρουσίες στην τηλεόραση.
Ερμηνεύτρια μεγάλης γκάμας, ευρύτατου διαμετρήματος και διακριτού αποτυπώματος, η Μέλπω Ζαρόκωστα τίμησε επάξια κάθε ρόλο με τον οποίο αναμετρήθηκε.
Την μεγάλη της αφοσίωση στην Τέχνη και τη διάχυσή της πιστοποιεί η πολύπλευρη ενασχόλησή της με αυτή, καθώς δεν περιορίστηκε στην υποκριτική, αλλά συστηματικά επιδόθηκε στη μετάφραση και τη διασκευή έργων για το θέατρο, το ραδιόφωνο και τη μικρή οθόνη.
Υπήρξε δε πάντοτε μια διακριτική και σεμνή παρουσία στον χώρο, στεκόμενη πάντοτε μακριά από την περιττή και άσκοπη προβολή, κάτι που της προσέφερε αφειδώλευτα την αγάπη και την εκτίμηση των ομοτέχνων.
Στην οικογένειά της, τους φίλους και τους συναδέλφους της απευθύνω ειλικρινέστατα συλλυπητήρια».












