Αγώνα δρόμου κάνουν ΝΑΤΟ και ΗΠΑ για να ενσωματώσουν τον ελληνικό «Κένταυρο» στην άμυνα κατά των drones, μετά τη διαπίστωση ότι η ελληνική λύση ηλεκτρονικού πολέμου μπορεί να αντιμετωπίσει μαζικές επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών με ελάχιστο κόστος, σε αντίθεση με τη χρήση ακριβών πυραύλων αναχαίτισης.
Το ενδιαφέρον για το σύστημα, όπως γράφει ο Γιώργος Σ. Σκορδίλης στην εφημερίδα «Political»,ενισχύθηκε μετά την επιχειρησιακή εμπειρία της φρεγάτας «Ψαρά» στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου το ελληνικό πλοίο κλήθηκε να αντιμετωπίσει επιθέσεις drones στο πλαίσιο των διεθνών ναυτικών επιχειρήσεων για την προστασία της ναυσιπλοΐας. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε ένα πρόβλημα που απασχολεί έντονα τα δυτικά ναυτικά: το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται η χρήση πυραύλων για την κατάρριψη φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Οικονομικό χάσμα
Σύμφωνα με στοιχεία της US Central Command, μόνο κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Operation Rough Rider το 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπάνησαν περισσότερα από 400 εκατ. δολάρια σε πυραύλους αναχαίτισης για την καταστροφή drones των Χούθι, των οποίων το συνολικό κόστος εκτιμάται σε λιγότερο από 5 εκατ. δολάρια. Η αναλογία αυτή έχει αναδείξει το λεγόμενο «economic attrition gap», δηλαδή το χάσμα κόστους μεταξύ επίθεσης και άμυνας.
Η ελληνική προσέγγιση κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Το σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου «Κένταυρος», που έχει αναπτυχθεί από την ελληνική αμυντική βιομηχανία, βασίζεται σε στοχευμένες ηλεκτρονικές παρεμβολές οι οποίες μπορούν να αποσταθεροποιήσουν ή να αποκόψουν τα συστήματα πλοήγησης και επικοινωνίας των drones. Με αυτόν τον τρόπο, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη χάνουν τον έλεγχο ή απομακρύνονται από τον στόχο τους χωρίς να απαιτείται καταστροφή με πύραυλο.
Η πρακτική αυτή επιτρέπει την εξουδετέρωση των drones με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας, ενώ παράλληλα διατηρείται το απόθεμα πυραύλων του πλοίου για απειλές υψηλότερης αξίας, όπως αντιπλοϊκοί ή βαλλιστικοί πύραυλοι.
Στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η διατήρηση του λεγόμενου magazine depth, δηλαδή των διαθέσιμων πυρομαχικών ενός πλοίου, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σε παρατεταμένες επιχειρήσεις.
Το ενδιαφέρον των συμμάχων έχει ήδη μεταφραστεί σε συγκεκριμένες κινήσεις συνεργασίας. Στις αρχές του 2026 ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση του ελληνικού «Centaur» (Κένταυρος) στο ισραηλινό σύστημα αεράμυνας Barak-MX, δημιουργώντας ένα ενιαίο περιβάλλον διοίκησης και ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα μπορεί να αποφασίζει αυτόματα αν θα χρησιμοποιηθεί πύραυλος αναχαίτισης ή ηλεκτρονική παρεμβολή, ανάλογα με το είδος της απειλής.
Η δυνατότητα αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τα μελλοντικά σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με αμερικανικές στρατιωτικές πηγές, αντίστοιχες λειτουργίες εξετάζεται να ενσωματωθούν στην υπό σχεδιασμό αρχιτεκτονική αεράμυνας του αμερικανικού ναυτικού με την ονομασία «Shield of Achilles».
Παθητική ανίχνευση
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει προκαλέσει η δυνατότητα παθητικής ανίχνευσης στόχων που προσφέρει η ελληνική τεχνολογία. Σε ένα σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, η ενεργοποίηση ισχυρών ραντάρ μπορεί να αποκαλύψει τη θέση ενός πλοίου στον αντίπαλο.
Για τον λόγο αυτόν πολλά ναυτικά επιδιώκουν λειτουργία σε καθεστώς EMCON (Emissions Control), περιορίζοντας τις εκπομπές τους. Η εμπειρία της φρεγάτας «Ψαρά» δείχνει ότι είναι δυνατός ο εντοπισμός drones σε μεγάλες αποστάσεις μέσω παθητικών αισθητήρων ραδιοσυχνοτήτων, χωρίς ενεργοποίηση ραντάρ. Το στοιχείο αυτό εξετάζεται ήδη από το Αμερικανικό Ναυτικό για πιθανή εφαρμογή στα αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke.
Στο ΝΑΤΟ εξετάζεται παράλληλα η επιτάχυνση της υιοθέτησης τεχνολογιών soft-kill μέσω του Rapid Adoption Action Plan, το οποίο εγκρίθηκε στη Σύνοδο της Χάγης το 2025. Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη σημαντική μείωση του χρόνου προμηθειών, ώστε αντίστοιχα συστήματα να ενσωματωθούν σε ευρωπαϊκές φρεγάτες μέσα σε περίπου δύο χρόνια.












