Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε ως ένα σοσιαλιστικό κίνημα, απορρίπτοντας τόσο τον γραφειοκρατικό και κατασταλτικό υπαρκτό σοσιαλισμό, όσο και τις αδυναμίες της σοσιαλδημοκρατίας.
Του Γιάννη Κοντογεώργου
Κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του Ανδρέα Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε μια οικονομική πολιτική αριστερού κευνσιανισμού, συνοδευόμενη από κοινωνικές αναδιαρθρώσεις που παρέπεμπαν σε σοσιαλδημοκρατικές αρχές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του κράτους.
Στη συνέχεια, υπό την καθοδήγηση του Κώστα Σημίτη, οι πολιτικές αναδιανομής υποχώρησαν, επηρεαζόμενες από τις εθνικές προτεραιότητες και την κυριαρχία μιας σοσιαλδημοκρατικής προσέγγισης, η οποία είχε εμπνευστεί από το τρίτο δρόμο του Τόνι Μπλέρ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ.
Ωστόσο, τα χρόνια της κρίσης και της εφαρμογής των μνημονίων δημιούργησαν αμφιβολίες σχετικά με το ιδεολογικό προσανατολισμό του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα μετά τη συνεργασία του με τη Νέα Δημοκρατία.
Ανακύπτει το ερώτημα: Υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ του δημοκρατικού σοσιαλισμού, όπως τον είχε ορίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, και της σοσιαλδημοκρατίας;
Η απάντηση έγκειται κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις αλλαγές και τις προοπτικές τους. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός επιδιώκει μια ριζικά διαφορετική κοινωνική οργάνωση μέσω βαθιών και διαρκών μεταρρυθμίσεων, ενώ η σοσιαλδημοκρατία επικεντρώνεται σε μια πιο δίκαιη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος χωρίς να το αμφισβητεί.
Σήμερα, η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκρατική, ωστόσο υπάρχουν ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά. Για παράδειγμα, η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις εποχές και χώρες. Επίσης, οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης έχουν περιορίσει τις δυνατότητες εφαρμογής αναδιανεμητικών πολιτικών, ενώ η αποδοχή του νεοφιλελεύθερου πλαισίου έχει οδηγήσει σε μια «βραχμανική αριστερά», όπως την περιγράφει ο Γάλλος οικονομολόγος, Τομά Πικετί, μακριά από τις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Επιπλέον, η οικονομική αποδυνάμωση των μεσαίων τάξεων και η δυσκολία κινητικότητας έχουν δημιουργήσει προκλήσεις, καθώς και η αδυναμία του κινήματος να απαντήσει σε σύγχρονα ζητήματα όπως οι μεταναστευτικές ροές, η κλιματική αλλαγή και οι νέες τεχνολογίες.
Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη για μια νέα σύνθεση μεταξύ δημοκρατικού σοσιαλισμού, σοσιαλδημοκρατίας και οικολογίας. Αυτή η σύνθεση πρέπει να στηρίζεται σε δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: πρώτον, τη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών και δεύτερον, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής μέσω ειλικρινούς αλληλεπίδρασης με τα κοινωνικά κινήματα.
Αυτή η νέα προσέγγιση, η οποία μπορεί να ονομαστεί «Συμμετοχικός Σοσιαλισμός», μπορεί να αναπτυχθεί με πολιτικές που θα περιλαμβάνουν:
– Αποκέντρωση της εξουσίας και των πόρων προς την Αυτοδιοίκηση.
– Δημιουργία συμμετοχικών θεσμών στην κοινωνία των πολιτών.
– Πρόγραμμα για τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, εστιάζοντας στην περιφέρεια της Ελλάδας.
– Δίκαιο φορολογικό σύστημα που θα ωφελεί τους αδύναμους.
– Στήριξη στα συλλογικά αγαθά, όπως η παιδεία, η υγεία και η κοινωνική πρόνοια.
– Κατευθύνσεις για την ενίσχυση της νεανικής και μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
– Στρατηγικές για έναν ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα.
– Ολοκληρωμένες πολιτικές για την ενίσχυση του κοινωνικού τομέα της οικονομίας, που θα συμβάλλουν σε βαθύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς.
– Αποκατάσταση των θεσμικών παθογενειών, με κεντρικό άξονα τη δικαιοσύνη.
Αυτές οι διαρθρωτικές προτάσεις έχουν τη δυνατότητα να επαναστατήσουν το πολιτικό τοπίο και να δημιουργήσουν ένα μέλλον με προοπτική και κοινωνική δικαιοσύνη.











