Πενήντα δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς ένα κόμμα που επιβίωσε στον χρόνο. Είναι ένα πολιτικό φαινόμενο που σφράγισε τη Μεταπολίτευση, άλλαξε την κοινωνική φυσιογνωμία της χώρας και σήμερα αναζητά ξανά τον ιστορικό του ρόλο. Τι ενώνει το ΠΑΣΟΚ του 1974 με το ΠΑΣΟΚ του 2026 και, κυρίως, τι έχει αλλάξει;
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου για την εφημερίδα «Political», υπάρχουν ημερομηνίες που ανήκουν στην ιστορία. Και υπάρχουν ημερομηνίες που συνεχίζουν να παράγουν πολιτική. Η 3η Σεπτέμβρη 1974 ανήκει και στις δύο κατηγορίες.
Εκείνη την ημέρα, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την πτώση της χούντας, ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσίασε στην Αθήνα την ιδρυτική διακήρυξη του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Το νέο κόμμα εμφανίστηκε σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από επτά χρόνια δικτατορίας, με ανοιχτές πληγές από την κυπριακή τραγωδία και με ένα πολιτικό σύστημα που επιχειρούσε να ξαναβρεί τις ισορροπίες του.
Η ιδρυτική διακήρυξη
Η συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Το ΠΑΣΟΚ δεν γεννήθηκε σε περίοδο πολιτικής κανονικότητας. Γεννήθηκε μέσα στην ανασφάλεια της Μεταπολίτευσης και επένδυσε ακριβώς σε αυτή την ανάγκη της κοινωνίας για αλλαγή.
Η ιδρυτική διακήρυξη έθετε στο κέντρο τέσσερις έννοιες: εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση και δημοκρατία. Ήταν ένα πολιτικό λεξιλόγιο που για την Ελλάδα του 1974 δεν αποτελούσε απλώς ιδεολογική διακήρυξη. Ήταν απάντηση σε βιώματα. Στη χούντα, στις ξένες παρεμβάσεις, στην κοινωνική ανισότητα, στην πολιτική περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ίδρυε απλώς ένα ακόμη κόμμα. Επιχειρούσε να δημιουργήσει ένα πολιτικό κίνημα κοινωνικής πλειοψηφίας. Και αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα της 3ης Σεπτέμβρη.
Το ΠΑΣΟΚ δεν ξεκίνησε ως κόμμα εξουσίας. Ξεκίνησε ως κόμμα που ήθελε να εκφράσει όσους αισθάνονταν ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν τους είχε ακόμη συμπεριλάβει. Στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, τον Νοέμβριο του 1974, το ΠΑΣΟΚ πήρε 13,5% και εξέλεξε 12 βουλευτές. Ήταν η αρχή μιας διαδρομής που μέσα σε λίγα χρόνια θα το οδηγούσε από την περιφέρεια του πολιτικού συστήματος στο κέντρο του.
Το 1977 το ποσοστό του εκτοξεύθηκε στο 25,3%. Και το 1981 ήρθε η μεγάλη πολιτική τομή. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με 48,1% και ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός. Η «Αλλαγή» δεν ήταν πλέον σύνθημα. Ήταν κυβέρνηση.
Η δεκαετία του ’80 είναι η περίοδος κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ μετατρέπεται από πολιτικό φορέα διαμαρτυρίας σε μηχανισμό βαθιάς κοινωνικής και θεσμικής αλλαγής. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, η ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης, η διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η μεγαλύτερη συμμετοχή κοινωνικών ομάδων που μέχρι τότε βρίσκονταν στο περιθώριο συνδέθηκαν με την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.
Από το «κίνημα» στην κοινωνική πλειοψηφία
Η Ελλάδα άλλαξε. Αλλά μαζί με την Ελλάδα άλλαξε και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το «κίνημα» έγινε κόμμα εξουσίας. Η ριζοσπαστική ρητορική συνυπήρξε με τη διαχείριση του κράτους. Η κοινωνική διεύρυνση συνδυάστηκε με την ανάπτυξη ενός ισχυρού κομματικού μηχανισμού. Η πολιτική συμμετοχή διευρύνθηκε, αλλά ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν φαινόμενα κομματισμού και πελατειακών σχέσεων που αποτέλεσαν αργότερα αντικείμενο έντονης κριτικής.
Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο μάθημα της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ: Η μεγάλη του δύναμη ήταν ότι κατάφερε να μετατρέψει την κοινωνική απαίτηση σε πολιτική εξουσία. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι, ως κόμμα εξουσίας, δεν απέφυγε τις παθογένειες της ίδιας της εξουσίας. Και αυτή η αντίφαση θα το ακολουθούσε για δεκαετίες.
Από τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη στην εποχή της κρίσης
Μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ πέρασε σε μια διαφορετική εποχή. Ο Κώστας Σημίτης εξέφρασε το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού. Η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες υποδομές, προχώρησε η ευρωπαϊκή ενοποίηση της χώρας και το κόμμα επιχείρησε να μετακινηθεί από το παραδοσιακό σοσιαλιστικό του λεξιλόγιο σε μια πιο ευρωπαϊκή, κεντροαριστερή λογική.

Όμως το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ήταν διαφορετικό από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα. Το πρώτο μιλούσε περισσότερο τη γλώσσα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, των μεταρρυθμίσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Το δεύτερο είχε οικοδομηθεί πάνω στη γλώσσα της κοινωνικής σύγκρουσης, της εθνικής ανεξαρτησίας και της «Αλλαγής».
Το 2004 ο Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβε την ηγεσία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2009, το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην κυβέρνηση με τον ίδιο ως πρωθυπουργό. Και τότε ήρθε η μεγάλη ανατροπή. Η οικονομική κρίση, το μνημόνιο και η κοινωνική έκρηξη αποδόμησαν το ΠΑΣΟΚ με ταχύτητα που ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν.
Το κόμμα που είχε ταυτιστεί με την κοινωνική άνοδο βρέθηκε να ταυτίζεται, στα μάτια ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, με τη λιτότητα. Από το 43,9% του 2009 βρέθηκε στο 13,2% τον Μάιο του 2012 και στο 12,3% τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Η άλλοτε πανίσχυρη παράταξη είχε μετατραπεί σε κόμμα μεσαίου μεγέθους. Η κρίση δεν ήταν μόνο εκλογική. Ήταν κρίση ταυτότητας.
Η ανασύνταξη της Γεννηματά και η μάχη της πολιτικής επιβίωσης
Ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ιστορία του ΠΑΣΟΚ έχει η Φώφη Γεννηματά, που ανέλαβε την ηγεσία του το 2015, σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της παράταξης. Το κόμμα είχε χάσει μεγάλο μέρος της εκλογικής και κοινωνικής του επιρροής, ενώ δεχόταν ισχυρές πιέσεις τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η Γεννηματά επέλεξε τη στρατηγική της πολιτικής αυτονομίας και της ανασύνταξης. Πρωταγωνίστησε στη δημιουργία του Κινήματος Αλλαγής το 2017, κρατώντας το ΠΑΣΟΚ στον πυρήνα της προσπάθειας ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς. Η σημαντικότερη παρακαταθήκη της ήταν ότι κράτησε ζωντανό το κόμμα σε μια περίοδο που πολλοί προέβλεπαν την εξαφάνισή του. Η Γεννηματά δεν παρέλαβε ένα κόμμα έτοιμο να κυβερνήσει. Παρέλαβε ένα κόμμα που πάλευε να επιβιώσει. Και το παρέδωσε ξανά πολιτικά όρθιο, ανοίγοντας τον δρόμο για την επόμενη ημέρα του ΠΑΣΟΚ.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της σύγκρισης του 1974 με το 2026. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα είχε απέναντί του μια κοινωνία που ζητούσε ρήξη. Το ΠΑΣΟΚ του σήμερα απευθύνεται σε μια κοινωνία που ζητά κυρίως αποτελεσματικότητα, ασφάλεια, αξιοπρέπεια, κοινωνική προστασία και θεσμική αξιοπιστία. Το 1974 το βασικό αίτημα ήταν να αλλάξει το πολιτικό σύστημα. Το 2026 το ζητούμενο είναι να αποδείξει κάποιος ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα το ήδη διαμορφωμένο πολιτικό σύστημα. Αυτή είναι τεράστια διαφορά.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επιλέξει να παρουσιάσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη «πολιτικής αλλαγής», με αυτόνομη πορεία προς τις εκλογές και στόχο να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση. Το τελευταίο συνέδριο του κόμματος επιβεβαίωσε αυτή τη στρατηγική, με την ηγεσία να αποκλείει συνεργασία με τη ΝΔ.
Η πρόκληση για τη σημερινή ηγεσία
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να οργανώσει πιο συστηματικά την αντιπολιτευτική του λειτουργία. Το «σκιώδες» κυβερνητικό σχήμα που συγκροτήθηκε το 2026 αποτελεί προσπάθεια να αποκτήσει το κόμμα περισσότερο κυβερνητικά χαρακτηριστικά και να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις ανά τομέα πολιτικής. Όμως τα εσωκομματικά νερά είναι θολά.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τη σημερινή ηγεσία. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να πείσει ότι δεν είναι απλώς ο φυσικός ιστορικός κληρονόμος του Ανδρέα Παπανδρέου. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο σύγχρονος φορέας μιας νέας πολιτικής πλειοψηφίας. Και αυτό δεν γίνεται με τη νοσταλγία.
Η παγίδα της νοσταλγίας
Κάθε 3η Σεπτέμβρη το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να κοιτάζει περισσότερο προς τα πίσω παρά προς τα εμπρός. Ο ήλιος, οι παλιές φωτογραφίες, οι ιστορικές ομιλίες, τα συνθήματα και η αναφορά στον Ανδρέα Παπανδρέου εξακολουθούν να έχουν ισχυρό συναισθηματικό φορτίο. Αλλά η πολιτική δεν κερδίζεται με μουσειακά εκθέματα.

Το 1974 ο Ανδρέας κατάφερε να μιλήσει σε ανθρώπους που δεν είχαν ακόμη βρει πολιτική έκφραση. Το ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ του 2026 είναι αν μπορεί να κάνει κάτι αντίστοιχο. Να μιλήσει στους νέους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν σπίτι. Στους εργαζόμενους που αισθάνονται ότι η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση του εισοδήματός τους. Στους μικρομεσαίους που ασφυκτιούν. Στους συνταξιούχους. Στους πολίτες που ζητούν καλύτερο ΕΣΥ και δημόσιες υπηρεσίες. Και, κυρίως, σε εκείνους που δεν αισθάνονται ότι ανήκουν σήμερα σε κανένα κόμμα. Εκεί βρίσκεται η σύγχρονη εκδοχή της «κοινωνικής απελευθέρωσης».
Από την «εθνική ανεξαρτησία» στο κράτος δικαίου
Ακόμη και τα παλιά συνθήματα μπορούν να αποκτήσουν νέο περιεχόμενο. Η «εθνική ανεξαρτησία» του 1974 γεννήθηκε μέσα στο τραύμα της Κύπρου και της δικτατορίας. Σήμερα δεν μπορεί να σημαίνει το ίδιο πράγμα. Μπορεί όμως να μεταφραστεί σε μια Ελλάδα που έχει ισχυρή θέση στην Ευρώπη, αυτοπεποίθηση στην εξωτερική πολιτική, ενεργειακή και οικονομική ανθεκτικότητα και θεσμούς που λειτουργούν.

Η «λαϊκή κυριαρχία» δεν μπορεί πλέον να είναι μόνο σύνθημα μαζικών συγκεντρώσεων. Σημαίνει διαφάνεια, λογοδοσία, ανεξάρτητους θεσμούς και εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος.
Και η «κοινωνική απελευθέρωση» δεν είναι σήμερα μόνο η δημιουργία ενός μεγαλύτερου κοινωνικού κράτους. Είναι η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του, να αποκτήσει σπίτι, να δημιουργήσει οικογένεια και να μην αισθάνεται ότι η κοινωνική κινητικότητα έχει σταματήσει.
Αυτή θα μπορούσε να είναι η σύγχρονη μετάφραση της 3ης Σεπτέμβρη.
Το πραγματικό στοίχημα του Ανδρουλάκη
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει μπροστά του ένα παράδοξο. Κληρονόμησε ένα κόμμα με τεράστιο ιστορικό κεφάλαιο αλλά χωρίς την εκλογική ισχύ που είχε κάποτε. Και καλείται να το μετατρέψει από κόμμα ιστορικής αναφοράς σε κόμμα κυβερνητικής προοπτικής.
Η ίδια η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι ο στόχος είναι η νίκη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, η πολιτική αλλαγή και η εφαρμογή του προγράμματος του κόμματος. Το πρόβλημα είναι ότι ανάμεσα στη διακήρυξη πρόθεσης και στην κοινωνική πεποίθηση ότι ένα κόμμα μπορεί να κυβερνήσει υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Αυτή την απόσταση πρέπει να καλύψει το ΠΑΣΟΚ. Όχι με περισσότερη νοσταλγία. Με περισσότερη πολιτική. Με καθαρό μήνυμα. Με πρόσωπα που να μπορούν να σταθούν ως αυριανή κυβέρνηση. Με πρόγραμμα που να είναι κατανοητό και κοστολογημένο. Και κυρίως με μια νέα σχέση με την κοινωνία.
Πενήντα δύο χρόνια μετά την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, η ημερομηνία παραμένει ζωντανή γιατί το κόμμα αυτό δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα εκλογικό όχημα. Υπήρξε κοινωνική ταυτότητα. Υπήρξε πολιτισμικό ρεύμα. Υπήρξε εξουσία. Υπήρξε μεταρρύθμιση. Υπήρξε και κρίση.
Και, παρά την εκλογική του συρρίκνωση, εξακολουθεί να διαθέτει ένα ιστορικό πλεονέκτημα που ελάχιστα κόμματα στην Ελλάδα μπορούν να διεκδικήσουν: έχει υπάρξει σχεδόν σε όλες τις φάσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορεί να ξαναγίνει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα. Δεν μπορεί. Και δεν πρέπει. Το ζητούμενο είναι αν μπορεί να γίνει κάτι δυσκολότερο: το ΠΑΣΟΚ της επόμενης εποχής.
3η Σεπτέμβρη 1974 – 3η Σεπτέμβρη 2026
Ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974 κατάλαβε ότι η κοινωνία είχε αλλάξει και δημιούργησε το κόμμα που θα εξέφραζε αυτή την αλλαγή. Σήμερα η κοινωνία έχει αλλάξει ξανά. Η νέα γενιά δεν μεγάλωσε με τη Μεταπολίτευση. Δεν κουβαλά το ίδιο πολιτικό φορτίο. Δεν ψηφίζει από οικογενειακή παράδοση. Συγκρίνει, αμφισβητεί, μετακινείται και απαιτεί αποτελέσματα. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο τεστ για το ΠΑΣΟΚ.

Η 3η Σεπτέμβρη του 1974 ήταν η ημέρα που ένα νέο κίνημα εμφανίστηκε για να εκφράσει μια κοινωνία που ζητούσε να αλλάξει. Η 3η Σεπτέμβρη του 2026 θα είναι μια υπενθύμιση ότι το ιστορικό ΠΑΣΟΚ δεν θα σωθεί επειδή θυμάται το παρελθόν του. Θα δικαιωθεί μόνο εάν καταφέρει να κάνει αυτό που έκανε και στην αρχή της διαδρομής του: να καταλάβει πριν από όλους τους άλλους τι πραγματικά ζητά η κοινωνία.
Γιατί τελικά αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό της 3ης Σεπτέμβρη. Δεν ήταν ο ήλιος. Δεν ήταν τα συνθήματα. Δεν ήταν ακόμη ούτε η εξουσία. Ήταν η ικανότητα ενός πολιτικού φορέα να διαβάσει την εποχή του και να πει σε μια ολόκληρη κοινωνία ότι η εποχή που έρχεται μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή που φεύγει. Αυτό ήταν το ΠΑΣΟΚ του 1974. Και αυτό είναι το στοίχημα του ΠΑΣΟΚ του 2026.
















