Στην Ελλάδα, οι Πανελλαδικές έχουν πάψει να είναι απλώς εξετάσεις. Είναι οικογενειακό δόγμα. Ένα ετήσιο εθνικό τελετουργικό όπου χιλιάδες παιδιά καλούνται να αποδείξουν, μέσα σε λίγες ώρες και σε μερικά τετράδια, αν αξίζουν μια θέση στο μέλλον. Όχι σε μια σχολή. Στο μέλλον.

  • του Γιώργου Ν. Καραμανλή

Κάπως έτσι, το πανεπιστήμιο δεν παρουσιάζεται ως μια επιλογή. Παρουσιάζεται ως η μοναδική σοβαρή διαδρομή. Το μεγάλο «πρέπει». Πρέπει να περάσεις. Πρέπει να σπουδάσεις. Πρέπει να πάρεις πτυχίο. Κι αν γίνεται, όχι κάτι «τυχαίο». Κάτι που να ακούγεται ωραίο στο οικογενειακό τραπέζι και αξιοπρεπές στο βιογραφικό. Το πρόβλημα είναι πως όλη αυτή η πίεση επενδύει σε ένα αφήγημα που εδώ και χρόνια τρίζει: ότι το πανεπιστήμιο οδηγεί κάπου συγκεκριμένα.

Στην πράξη, πολύ συχνά δεν οδηγεί πουθενά τόσο καθαρά.

Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το πτυχίο σαν εισιτήριο κοινωνικής ανόδου, ενώ η αγορά εργασίας το αντιμετωπίζει όλο και περισσότερο σαν ένα βασικό φίλτρο ανάμεσα σε άλλα δέκα. Ξένες γλώσσες, μεταπτυχιακά, σεμινάρια, εμπειρία, ψηφιακές δεξιότητες, προσωπικό brand, αντοχή στο χάος. Το πτυχίο δεν είναι πια υπόσχεση, αλλά αφετηρία. Και καμιά φορά ούτε καν αυτή.

Η μεγάλη ελληνική αντίφαση είναι ακριβώς εδώ: σπρώχνουμε τα παιδιά με λύσσα προς το πανεπιστήμιο, αλλά σχεδόν ποτέ δεν τους εξηγούμε τι υπάρχει μετά. Τελειώνεις το σχολείο με μια αίσθηση ότι «αν μπεις, σώθηκες». Μπαίνεις. Τελειώνεις. Και τότε αρχίζει η πραγματική αμηχανία. Γιατί αυτό που έμοιαζε με γραμμική διαδρομή, ξαφνικά μετατρέπεται σε λαβύρινθο.

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκομμένο από την αγορά εργασίας. Όχι επειδή δεν παράγει γνώση, αλλά επειδή συχνά δεν παράγει γέφυρες. Η θεωρία υπάρχει, η ειδίκευση κάπως υπάρχει, η πραγματικότητα όμως του «τι κάνω με αυτό έξω» λείπει. Ελλείπουν ουσιαστικές πρακτικές, ελλείπει σοβαρός επαγγελματικός προσανατολισμός, ελλείπει ένας ειλικρινής διάλογος για το ποιες σχολές οδηγούν πού, με ποιους όρους και με ποιο κόστος.

Και κάπου εκεί γεννιέται το πιο ύπουλο πρόβλημα: η απογοήτευση έρχεται όταν πετυχαίνεις, κάνεις «ό,τι πρέπει», παίρνεις το πτυχίο και ανακαλύπτεις ότι κανείς δεν σου χρωστάει τη ζωή που σου υποσχέθηκαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο είναι άχρηστο. Σημαίνει ότι το έχουμε φορτώσει με έναν ρόλο που δεν μπορεί πια να σηκώσει μόνο του. Δεν είναι ούτε μαγική λύση ούτε αυτόματο πέρασμα στην επαγγελματική αποκατάσταση. Είναι ένα στάδιο. Σημαντικό, αλλά όχι επαρκές. Και όσο δεν το λέμε καθαρά, τόσο θα συνεχίζουμε να παράγουμε πτυχιούχους με περισσότερα χαρτιά και λιγότερο προσανατολισμό.

Ίσως το πιο τίμιο που θα μπορούσαμε να πούμε σε ένα παιδί που δίνει Πανελλαδικές είναι το εξής: το πανεπιστήμιο δεν είναι το τέλος της αγωνίας, ούτε η εγγύηση της επιτυχίας. Είναι απλώς ένας δρόμος. Όχι ο μόνος. Όχι πάντα ο σωστός για όλους. Και σίγουρα όχι αρκετός από μόνος του.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι τα παιδιά πιέζονται να μπουν στο πανεπιστήμιο. Είναι ότι τα πιέζουμε να μπουν χωρίς να τους λέμε την αλήθεια για το μετά. Αν θέλουμε σοβαρή συζήτηση για την εκπαίδευση, πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το πτυχίο σαν φυλαχτό και να αρχίσουμε να χτίζουμε ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στη μάθηση, την εργασία και τη ζωή. Γιατί αλλιώς, οι Πανελλαδικές θα συνεχίσουν να μοιάζουν με εθνικό δράμα για μια υπόσχεση που η ίδια η κοινωνία δεν τηρεί.