Μπορεί ένα κατοικίδιο να βοηθήσει ένα παιδί να αναπτύξει καλύτερη ψυχική υγεία; Το ερώτημα απασχολεί πολλές οικογένειες, με νέα ερευνητικά δεδομένα να δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι ίδια για κάθε ζώο ούτε για κάθε παιδί.

Η επαφή με ένα κατοικίδιο μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην παιδική ηλικία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής Independent, ο συναισθηματικός δεσμός με ένα ζώο μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση των συναισθημάτων, ενώ παράλληλα ενισχύει δεξιότητες όπως η υπευθυνότητα και η ενσυναίσθηση.

Τα ζώα μπορούν επίσης να αποτελέσουν κοινό σημείο ενδιαφέροντος για τα μέλη μιας οικογένειας, διευκολύνοντας την επικοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση.

Παράλληλα, η σχέση μαζί τους βοηθά τα παιδιά να εξοικειώνονται με μορφές μη λεκτικής επικοινωνίας, ενώ ένα κατοικίδιο μπορεί να προσφέρει συντροφιά και παρηγοριά όταν απουσιάζει το πρόσωπο με το οποίο το παιδί έχει τον ισχυρότερο συναισθηματικό δεσμό.

Τι εξέτασαν οι ερευνητές στην Ισπανία

Νέα στοιχεία προκύπτουν από ανάλυση του ισπανικού προγράμματος INMA (Infancia y Medio Ambiente – Παιδική ηλικία και Περιβάλλον), το οποίο παρακολουθεί παιδιά από την περίοδο της εγκυμοσύνης μέχρι την ηλικία των 6-7 ετών, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ερωτηματολόγια, περιβαλλοντικές μετρήσεις και κλινικές εξετάσεις.

Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν περίπου 1.900 νοικοκυριά από την Αστούρια, τη Γκιπούθκοα στη Χώρα των Βάσκων, τη Σαμπαντέλ της Βαρκελώνης και τη Βαλένθια.

Από τις οικογένειες που εξετάστηκαν, το 52,3% είχε ή είχε στο παρελθόν κατοικίδιο. Συγκεκριμένα, το 19,1% είχε ζήσει με σκύλο, το 8,7% με γάτα και το 14,8% με πουλιά. Ένα 28,6% είχε άλλα ζώα, όπως χάμστερ, κουνέλια, χελώνες ή ψάρια.

Οι επιστήμονες αξιολόγησαν δύο βασικές κατηγορίες προβλημάτων: τα λεγόμενα «εσωτερικευμένα», στα οποία περιλαμβάνονται το άγχος και η κατάθλιψη, και τα «εξωτερικευμένα», όπως η επιθετική συμπεριφορά και η παραβίαση κανόνων.

Σε μια πρώτη ανάλυση, τα παιδιά που δεν είχαν ποτέ κατοικίδιο παρουσίαζαν τις καλύτερες βαθμολογίες ψυχικής υγείας. Στα παιδιά που ζούσαν σταθερά με κάποιο ζώο καταγράφηκε τάση προς ελαφρώς χειρότερα αποτελέσματα, χωρίς όμως η διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική.

Αυξημένος κίνδυνος προβλημάτων εμφανίστηκε και σε παιδιά που είχαν κατοικίδια μόνο κατά περιόδους, ωστόσο η συγκεκριμένη σχέση ήταν στατιστικά σημαντική μόνο στην περίπτωση των γατών.

Τι βρήκαν ειδικά για τις γάτες

Η εικόνα άλλαξε όταν οι επιστήμονες συνυπολόγισαν παράγοντες όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο και η ηλικία των παιδιών.

Μετά από αυτές τις προσαρμογές, δεν προέκυψαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα παιδιά που δεν είχαν κατοικίδιο και σε εκείνα που συμβίωναν με ζώα μόνιμα ή περιστασιακά. Αντίστοιχα, δεν διαπιστώθηκε σημαντική συσχέτιση για τους σκύλους και τα πουλιά.

Η βασική εξαίρεση αφορούσε τις γάτες: η παρουσία γάτας στο σπίτι όταν τα παιδιά βρίσκονταν σε ηλικία 4-5 ετών συνδέθηκε στη μελέτη με περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας.

Το εύρημα, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι η συμβίωση με γάτα προκαλεί ψυχικά προβλήματα στα παιδιά.

Οι ερευνητές εξετάζουν διαφορετικές πιθανές ερμηνείες. Μία από αυτές σχετίζεται με τον περισσότερο ανεξάρτητο χαρακτήρα της γάτας, ο οποίος ενδέχεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο συναισθηματικός δεσμός με ένα μικρό παιδί.

Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πιθανότητα: οικογένειες με παιδιά που έχουν ήδη αυξημένες συναισθηματικές ανάγκες να επιλέγουν συχνότερα μια γάτα ως κατοικίδιο.

Η πιθανή παράμετρος της τοξοπλάσμωσης

Μία ακόμη υπόθεση που εξετάζεται αφορά την τοξοπλάσμωση.

Το παράσιτο Toxoplasma gondii, το οποίο συνδέεται με τις γάτες, έχει συσχετιστεί σε προηγούμενες έρευνες με προβλήματα συμπεριφοράς και σοβαρές ψυχικές διαταραχές, όπως επισημαίνεται στο βρετανικό δημοσίευμα.

Και σε αυτή την περίπτωση, πάντως, πρόκειται για πιθανή εξήγηση που εξετάζεται και όχι για απόδειξη ότι αυτή βρίσκεται πίσω από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης.

Χάμστερ, κουνέλια και ψάρια έδωσαν διαφορετική εικόνα

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα για άλλα μικρότερα κατοικίδια.

Η σταθερή συμβίωση με χάμστερ, κουνέλια, χελώνες ή ψάρια φάνηκε να συνδέεται με προστατευτική επίδραση τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια.

Τα ζώα αυτά προσφέρουν τη δυνατότητα σταθερής και σχετικά εύκολης επαφής και, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να καλλιεργήσουν υπευθυνότητα, αυτοέλεγχο και ενσυναίσθηση.

Μάλιστα, καλύτερα αποτελέσματα καταγράφηκαν στα παιδιά που ζούσαν σταθερά με αυτά τα κατοικίδια σε σύγκριση με εκείνα που είχαν μόνο περιστασιακή επαφή. Το εύρημα υποδηλώνει ότι η διάρκεια και η σταθερότητα της σχέσης με ένα ζώο ενδέχεται να έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Δεν επηρεάζονται όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ένα ενιαίο συμπέρασμα για το εάν ένα κατοικίδιο κάνει «καλό» ή «κακό» στην ψυχική υγεία ενός παιδιού.

Η επίδραση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος του ζώου, την ηλικία του παιδιού, τον δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ τους και το οικογενειακό περιβάλλον.

Παράλληλα, οι ίδιοι αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που δεν συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα και οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάζουν τα αποτελέσματα.