Η Σουνταμπέ Μπαλεσίνι έφυγε από το Ιράν σε ηλικία περίπου 20 ετών και σήμερα ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως διερμηνέας. Μέσα από τη δική της εμπειρία περιγράφει στην εφημερίδα «Political» και την Ιωάννα Ντάνη, την καθημερινότητα των γυναικών στη χώρα της, τις κοινωνικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών αλλά και την αντίσταση που αναπτύχθηκε απέναντι στους περιορισμούς.
Η ίδια εξηγεί ότι το Ιράν πριν από το 1979 ήταν μια διαφορετική κοινωνία. Όπως αναφέρει, μπορεί να μην υπήρχε πλήρης πολιτική ελευθερία, όμως η καθημερινότητα των ανθρώπων ήταν πολύ πιο ανοιχτή σε κοινωνικό επίπεδο. Σύμφωνα με την ίδια, η ανατροπή του Σάχη και η επικράτηση του νέου θεοκρατικού καθεστώτος διέκοψαν μια πορεία κοινωνικών αλλαγών που εξελισσόταν σταδιακά.
Η αντίσταση στο υποχρεωτικό χιτζάμπ
Η κα Μπαλεσίνι περιγράφει ότι οι περιορισμοί για τις γυναίκες ξεκινούν από πολύ μικρή ηλικία.«Ένα κορίτσι αρχίζει να βιώνει την καταπίεση περίπου στα έξι του χρόνια, όταν πηγαίνει στο σχολείο και πρέπει να αρχίσει να φορά μαντίλα», λέει.
Η ενδυμασία των γυναικών αποτελεί βασικό στοιχείο κοινωνικού ελέγχου. Οι περισσότερες γυναίκες φορούν μαντίλα και ένα μακρύ παλτό, γνωστό ως μαντό, ενώ σε πιο συντηρητικές περιοχές χρησιμοποιείται το τσαντόρ, ένα μαύρο ένδυμα που καλύπτει ολόκληρο το σώμα. «Δεν φορούσαν όλες οι γυναίκες τσαντόρ. Αυτό συνδέεται περισσότερο με τις φανατικές θρησκευτικές οικογένειες», εξηγεί.
Η ίδια επισημαίνει ότι η επιβολή του υποχρεωτικού χιτζάμπ συνάντησε έντονες αντιδράσεις από την πρώτη στιγμή. «Οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν. Από την αρχή υπήρξε αντίσταση», θυμάται. Όπως εξηγεί, το καθεστώς δεν κατάφερε ποτέ να ενσωματώσει πλήρως την υποχρεωτική μαντίλα στο Σύνταγμα, ωστόσο την επέβαλε στην πράξη μέσω διοικητικών μέτρων και κοινωνικών πιέσεων. «Αν μια γυναίκα δεν φορά μαντίλα, μπορεί να αντιμετωπίσει ποινικές συνέπειες», σημειώνει.
Οι διακρίσεις σε σχέση με τον άνδρα
Όπως περιγράφει η Σουντάμπε Μπαλεσίνι,στους δρόμους η λεγόμενη «αστυνομία ηθών» επιβλέπει αν οι γυναίκες τηρούν τους κανόνες. Η παραμικρή «παράβαση» μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη ή τιμωρία. «Αν μια γυναίκα δεν φορέσει μαντίλα, μπορεί να έχει ποινικές συνέπειες. Υπήρχαν εποχές που τις συλλάμβαναν, τις χτυπούσαν ή τις φυλάκιζαν», λέει χαρακτηριστικά.
Η ίδια περιγράφει ακόμη πιο σκοτεινές πλευρές του συστήματος καταστολής. «Θυμάμαι περιπτώσεις όπου γυναίκες που αντιδρούσαν θεωρούνταν “τρελές”. Τις έκλειναν σε ψυχιατρεία και τις βασάνιζαν, για να πουν ότι δεν έδρασαν με τη θέλησή τους», αναφέρει, περιγράφοντας πρακτικές που έχουν καταγγελθεί επανειλημμένα από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι διακρίσεις δεν περιορίζονται μόνο στην κοινωνική ζωή αλλά και στο ίδιο το νομικό σύστημα. «Η γυναίκα στο Ιράν θεωρείται ουσιαστικά μισός άνθρωπος», λέει. «Στο δικαστήριο η μαρτυρία μιας γυναίκας αξίζει λιγότερο από ενός άνδρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζονται δύο γυναίκες για να ισοδυναμούν με έναν άνδρα μάρτυρα».
Η ανισότητα επεκτείνεται ακόμη και στην αξία της ανθρώπινης ζωής. «Αν μια γυναίκα δολοφονηθεί, η αποζημίωση που παίρνει η οικογένεια είναι η μισή από αυτήν που θα έπαιρνε αν το θύμα ήταν άνδρας. Είναι σαν να σου λένε ότι η ζωή σου αξίζει λιγότερο», σημειώνει.
Τις βιάζουν πριν από την εκτέλεση
Σοκαριστικές είναι και οι καταγγελίες που αφορούν τις φυλακές. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, γυναίκες που καταδικάζονταν σε θάνατο υφίσταντο ακραίες μορφές κακοποίησης πριν από την εκτέλεση, όπως ο βιασμός, ειδικά αν ήταν παρθένες για να μην πάνε στον παράδεισο. Εκεί πάνε μόνο άντρες. Οι γυναίκες εξ ορισμού πρέπει να καούν στην κόλαση», αναφέρει, περιγράφοντας πρακτικές που έχουν καταγραφεί από πρώην πολιτικούς κρατούμενους.
Παράλληλα, ακόμη και βασικά δικαιώματα μέσα στην οικογένεια είναι περιορισμένα. Σε περιπτώσεις διαζυγίου, η επιμέλεια των παιδιών αποδίδεται συνήθως στον πατέρα, ενώ πολλές γυναίκες χρειάζονται την άδεια του συζύγου τους για να ταξιδέψουν στο εξωτερικό. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, οι γυναίκες στο Ιράν συνεχίζουν να αντιστέκονται. Παρά την καταστολή, οι διαμαρτυρίες και οι πράξεις ανυπακοής συνεχίζονται, αποδεικνύοντας ότι πίσω από τους αυστηρούς νόμους υπάρχει μια κοινωνία που δεν σταματά να διεκδικεί περισσότερη ελευθερία.












