Αν κοιτάξει κανείς ψηλά μέσα από το πυκνό φύλλωμα ορισμένων δασών, μπορεί να αντικρίσει μια εικόνα που μοιάζει σχεδόν σχεδιασμένη: οι κορυφές των δέντρων πλησιάζουν η μία την άλλη, αλλά δεν αγγίζονται, αφήνοντας ανάμεσά τους στενές λωρίδες ουρανού.
Πρόκειται για το φαινόμενο που είναι γνωστό ως «συστολή της κόμης» (crown shyness) και παρατηρείται σε συγκεκριμένα είδη δέντρων. Οι ανώτερες κόμες τους φαίνεται να αποφεύγουν την επικάλυψη, δημιουργώντας χαρακτηριστικά μοτίβα που θυμίζουν ρωγμές ή ένα φυσικό ψηφιδωτό.
Γιατί τα δέντρα αποφεύγουν να αγγίξουν το ένα το άλλο;
Το φαινόμενο μελετάται από τους επιστήμονες ήδη από τη δεκαετία του 1920, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει μία και μοναδική εξήγηση για τον μηχανισμό που το προκαλεί.
Μία από τις θεωρίες θέλει αυτή την απόσταση μεταξύ των δέντρων να συμβάλλει στην καλύτερη κατανομή του ηλιακού φωτός, επιτρέποντας στα φυλλώματα να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα το διαθέσιμο φως.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση συνδέεται με την προστασία των ίδιων των δέντρων. Όταν φυσούν ισχυροί άνεμοι, τα κλαδιά γειτονικών δέντρων μπορεί να συγκρούονται και να προκαλούν ζημιές μεταξύ τους. Η δημιουργία ενός μικρού κενού ανάμεσα στις κόμες θα μπορούσε να περιορίζει αυτή τη μηχανική καταπόνηση.
Παράλληλα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι αποστάσεις ανάμεσα στις κορυφές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα είδος φυσικού «φραγμού», δυσκολεύοντας τη μετακίνηση ορισμένων παρασίτων ή την εξάπλωση ασθενειών από το ένα δέντρο στο άλλο.
Ένα φυσικό ψηφιδωτό πάνω από το δάσος
Η «συστολή της κόμης» δεν εμφανίζεται σε όλα τα δέντρα, αλλά σε συγκεκριμένα είδη και υπό ορισμένες συνθήκες. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή σε πυκνά δάση, όπου τα φυλλώματα βρίσκονται πολύ κοντά και τα κενά που σχηματίζονται γίνονται ευκολότερα ορατά από το έδαφος.

Όποια κι αν είναι τελικά η πλήρης επιστημονική εξήγηση, το αποτέλεσμα παραμένει εντυπωσιακό: ένα δάσος στο οποίο τα δέντρα αναπτύσσονται το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά οι κορυφές τους μοιάζουν να γνωρίζουν ακριβώς πού πρέπει να σταματήσουν.
















