Η Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, που τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Φεβρουαρίου, αποτελεί για εκατομμύρια ανθρώπους μια ευκαιρία έκφρασης αγάπης – συχνά με δόσεις υπερβολής και έντονης κατανάλωσης.
Ωστόσο, σε αρκετές χώρες η γιορτή δεν θεωρείται μια αθώα ρομαντική παράδοση, αλλά σύμβολο δυτικής πολιτιστικής επιρροής και ηθικής χαλάρωσης.
Οι αντιδράσεις αυτές πηγάζουν από διαφορετικές αφετηρίες: θρησκευτικό συντηρητισμό, προσπάθεια διαφύλαξης της εθνικής ταυτότητας, πολιτικές τοποθετήσεις ή αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση.
Από χριστιανική μνήμη σε παγκόσμιο φαινόμενο
Αν και ξεκίνησε ως χριστιανική εορτή προς τιμήν του Αγίου Βαλεντίνου, με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια – και σε μεγάλο βαθμό κοσμική – γιορτή του έρωτα.
Οι κάρτες, τα λουλούδια, τα δώρα, τα ρομαντικά δείπνα και οι δημόσιες εκδηλώσεις στοργής αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της.
Ακριβώς αυτά τα στοιχεία – η εμπορευματοποίηση, η δημόσια έκφραση συναισθημάτων και η σύνδεση με δυτικά πρότυπα – έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε πιο συντηρητικά καθεστώτα, όπου η γιορτή θεωρείται φορέας πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Ρωσία: Προτεραιότητα στην Ημέρα της Γυναίκας
Στη Ρωσία, η 14η Φεβρουαρίου δεν έχει την ίδια βαρύτητα όπως στη Δύση.
Αντίθετα, η 8η Μαρτίου – Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας – αποτελεί την κύρια γιορτή αγάπης και εκτίμησης, με άνδρες να προσφέρουν λουλούδια και δώρα στις γυναίκες της ζωής τους.
Η έμφαση δίνεται στην τιμή και την αναγνώριση των γυναικών, όχι στον ρομαντισμό του Αγίου Βαλεντίνου.

Ιράν: Καταστολή και «εγχώριες» εναλλακτικές
Το Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυστηρής στάσης απέναντι στη γιορτή.
Από τις αρχές του 2000, οι αρχές την απορρίπτουν ως σύμβολο «δυτικής παρακμής». Πριν από την 14η Φεβρουαρίου πραγματοποιούνται έλεγχοι σε καταστήματα, με κατασχέσεις καρδιών, καρτών και άλλων ρομαντικών ειδών.
Παράλληλα, προωθούνται εναλλακτικές γιορτές όπως η «Ημέρα του Συζύγου» ή η «Ημέρα της Οικογένειας», που δίνουν έμφαση στον γάμο και την πίστη.
Παρά τις πιέσεις, πολλοί νέοι συνεχίζουν να γιορτάζουν διακριτικά σε ιδιωτικούς χώρους.

Σαουδική Αραβία: Απόλυτη απαγόρευση… μέχρι πρόσφατα
Για δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία διατηρούσε ουσιαστική απαγόρευση της γιορτής, με τη θρησκευτική αστυνομία να επιβάλλει κυρώσεις σε όσους πωλούσαν κόκκινα τριαντάφυλλα ή ρομαντικά δώρα.
Από το 2019 όμως, στο πλαίσιο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, η στάση έχει χαλαρώσει. Αν και δεν υπάρχει επίσημη προώθηση, οι αρχές δεν παρεμβαίνουν πλέον ενεργά και τα ζευγάρια γιορτάζουν πιο ανοιχτά.

Βόρεια Κορέα: Απόλυτη απόρριψη
Στη Βόρεια Κορέα, η γιορτή δεν αναγνωρίζεται καθόλου. Το καθεστώς απορρίπτει κάθε δυτική πολιτιστική επιρροή, προωθώντας μόνο κρατικά εγκεκριμένες επετείους. Οποιαδήποτε ιδιωτική προσπάθεια εορτασμού δυτικών παραδόσεων θεωρείται επικίνδυνη.
Πακιστάν, Μαλαισία, Ινδονησία: Μια μωσαϊκή εικόνα
Στο Πακιστάν δεν υπάρχει ενιαία απαγόρευση, αλλά κατά καιρούς επιβάλλονται τοπικοί περιορισμοί. Συντηρητικές ομάδες προωθούν τη «Μέρα της Μουσουλμανικής Αγάπης», με έμφαση στην πνευματικότητα.
Στη Μαλαισία και την Ινδονησία, η κατάσταση διαφέρει ανά περιοχή: σε ορισμένες επαρχίες όπου εφαρμόζεται αυστηρά η Σαρία, οι δημόσιοι εορτασμοί απαγορεύονται, ενώ σε άλλες περιοχές η γιορτή διεξάγεται κανονικά.

Γιατί απαγορεύεται;
Οι βασικοί λόγοι πίσω από τις απαγορεύσεις συνοψίζονται σε τρεις άξονες:
– Θρησκευτικός συντηρητισμός: Η γιορτή θεωρείται ασύμβατη με τις ισλαμικές αρχές, ειδικά λόγω της προώθησης σχέσεων εκτός γάμου.
– Πολιτιστική προστασία: Φόβος ότι δυτικές παραδόσεις διαβρώνουν την εθνική ταυτότητα.
– Πολιτικός έλεγχος: Ο περιορισμός παγκόσμιων πολιτιστικών τάσεων λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας.
Συχνά, το ζήτημα δεν είναι η ίδια η αγάπη, αλλά όσα συμβολίζει η γιορτή: ατομική ελευθερία, προσωπική επιλογή και πολιτισμική διασύνδεση.
Ο έρωτας στην εποχή της αγοράς
Σε χώρες όπως το Ιράν ή η Βόρεια Κορέα, οι περιορισμοί γύρω από τη γιορτή εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυταρχικού ελέγχου.
Όταν ένα κράτος ρυθμίζει ακόμη και το τι λουλούδια μπορεί να πουλήσει ένας ανθοπώλης, το ζήτημα ξεπερνά την παράδοση και αγγίζει τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών.
Παράλληλα, η κριτική για την εμπορευματοποίηση της αγάπης δεν είναι αβάσιμη: η πίεση για κατανάλωση και η μετατροπή των συναισθημάτων σε προϊόν αποτελούν πραγματικό φαινόμενο των σύγχρονων αγορών.
Το ζητούμενο δεν είναι η απαγόρευση, αλλά μια πιο συνειδητή, λιγότερο καταναλωτική προσέγγιση στον ίδιο τον έρωτα.












