Η παρουσία της Κατερίνας Βρανά στον ελληνικό διαγωνισμό τραγουδιού για τη Eurovision «Sing for Greece» δεν είναι «μια ωραία στιγμή έμπνευσης». Είναι ο στόχος που πρέπει να βάλουμε για να αναδείξουμε την κανονικότητα. Γιατί όταν μια ανάπηρη γυναίκα εμφανίζεται σε prime time όχι ως «συγκινητική ιστορία», όχι ως «σύμβολο δύναμης», αλλά ως επαγγελματίας που κάνει τη δουλειά της -με χιούμορ, ρυθμό, άνεση-, τότε αλλάζει αθόρυβα το μέτρο σύγκρισης. Και αυτό είναι πολιτικό, όχι συναισθηματικό.
- Γράφει ο Στέλιος Κυμπουρόπουλος
Η ορατότητα έχει αξία μόνο όταν δεν ζητάει χειροκρότημα για την ίδια την ύπαρξη. Όταν δεν σε σπρώχνει σε μια αφήγηση ηρωισμού, όπου ο ανάπηρος άνθρωπος πρέπει διαρκώς να «αποδεικνύει» ότι αξίζει χώρο. Η Βρανά δεν ανέβηκε στη σκηνή για να μας θυμίσει ότι «όλα γίνονται, αν το θέλεις». Αντιθέτως, η παρουσία της είχε νόημα επειδή δεν ζητούσε άδεια. Ήταν εκεί! Τελεία.
Κι όμως, αν κοιτάξεις τις λεπτομέρειες, βλέπεις και κάτι άλλο… μια τηλεοπτική παραγωγή που δεν είναι πραγματικά εξοικειωμένη με μια χρήστρια αναπηρικού αμαξιδίου. Όχι από κακία, αλλά από συνήθεια. Από το «έτσι το κάνουμε πάντα». Στα πλάνα που αλλάζουν βιαστικά, στους χρόνους που είναι κομμένοι για σώματα που κινούνται με συγκεκριμένο τρόπο, στα σημεία της σκηνής που προϋποθέτουν ότι όλοι «πατούν» και «στέκονται» με τον ίδιο κώδικα. Στο ότι το αμαξίδιο εύκολα καταλήγει, άθελά μας, να χρησιμοποιείται σαν στήριγμα ή σαν σκηνικό αντικείμενο, αντί να αντιμετωπίζεται ως προέκταση του σώματος, άρα ως κάτι που απαιτεί άλλου είδους χωροταξία, άλλες αποστάσεις, άλλο ρυθμό.
Αυτές οι «μικρές» λεπτομέρειες είναι η μεγάλη αλήθεια της συμπερίληψης. Η συμπερίληψη δεν κρίνεται στις δηλώσεις, κρίνεται στην τηλεοπτική γλώσσα. Στη σκηνοθεσία, στον φωτισμό, στο blocking, στην πρόβα, στο backstage. Εκεί φαίνεται αν η κοινωνία χωράει ένα ανάπηρο σώμα χωρίς να το στριμώχνει σε ρόλους-βιτρίνα.
Για αυτό, ναι, τέτοιες παρουσίες είναι σημαντικές. Αλλά για να έχουν νόημα πρέπει να έχουν συνέχεια και επαναληψιμότητα. Όχι μία φορά, «για να δείξουμε πόσο καλοί είμαστε», και μετά επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις του αποκλεισμού. Η πραγματική πρόοδος είναι όταν η παρουσία μιας ανάπηρης παρουσιάστριας δεν γίνεται είδηση. Όταν δεν χρειάζεται να την «εξηγήσεις». Όταν η παραγωγή δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάσει γύρω από το αμαξίδιο, γιατί έχει ήδη μάθει να δουλεύει με αυτό.
Η συμπερίληψη δεν είναι επεισόδιο. Είναι υποδομή. Και αν η δημόσια τηλεόραση θέλει πράγματι να το υπηρετήσει, το επόμενο βήμα δεν είναι άλλος ένας πανηγυρικός. Είναι να χτίσει μια ρουτίνα που να χωράει ανάπηρα άτομα μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Τότε η ορατότητα παύει να είναι «στιγμή». Γίνεται κανονικότητα. Και εκεί είναι το πραγματικό στοίχημα.











