Την πρώτη προσπάθεια να εξευρεθεί η απαιτούμενη συναίνεση ώστε να υπερψηφιστεί από τα 2/3 της Βουλής, δηλαδή από 200 βουλευτές, και να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές θα αναζητήσει σήμερα η κυβέρνηση, με τον υπουργό Εσωτερικών Θεόδωρο Λιβάνιο να παρουσιάζει στις 11 στους εκπροσώπους των κομμάτων τη νομοθετική πρωτοβουλία για την επιστολική ψήφο στους εκτός Ελλάδας εκλογείς στις βουλευτικές εκλογές και τον ορισμό τριεδρικής εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Λίδας Μπόλα για την εφημερίδα «Political», στη συνεδρίαση της άτυπης διακομματικής επιτροπής έχουν προσκληθεί τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο.
Η νομοθετική πρωτοβουλία για τους ομογενείς
Η πρόταση της κυβέρνησης έρχεται δύο χρόνια μετά τη θεσμοθέτηση και εφαρμογή της επιστολικής ψήφου για τις ευρωεκλογές, με στόχο να διευκολύνει τη συμμετοχή των Ελλήνων εκλογέων που βρίσκονται στο εξωτερικό και στις εθνικές εκλογές, ενώ ο ορισμός εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού με 3 έδρες θα επιτρέψει στους εκλογείς αυτούς να επιλέξουν οι ίδιοι τους εκπροσώπους τους στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Στις εθνικές εκλογές του 2023 ψήφισαν περίπου 18.000 εκλογείς σε φυσικά εκλογικά τμήματα που συστάθηκαν ανά τον κόσμο, με την κυβέρνηση να εκτιμά ότι αν μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους επιστολικά, τότε η συμμετοχή θα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι στις ευρωεκλογές το 2024 οι ψηφίσαντες έφθασαν τους 36.645.
Σε ό,τι αφορά τη νέα εκλογική περιφέρεια Απόδημου Ελληνισμού, η οποία στη νέα Βουλή θα αντιπροσωπεύεται με 3 βουλευτές, κάθε κόμμα που έχει συνδυασμούς στα 3/4 της Επικράτειας θα μπορεί να έχει έως 5 υποψήφιους βουλευτές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο εκλογέων εξωτερικού.
Ο εκλογέας θα μπορεί να επιλέξει έναν υποψήφιο του κόμματος που επιλέγει. Αν η μεταρρύθμιση προχωρήσει, τότε το ψηφοδέλτιο Επικρατείας θα επανέλθει στις 12 από τις 15 έδρες, όπως ακριβώς ίσχυε έως και τις εκλογές του 2019. Η εν λόγω θεσμική μεταρρύθμιση ανοίγει ουσιαστικά το κεφάλαιο αναζήτησης συναινέσεων, που θα απαιτηθεί και σε λίγους μήνες, όταν αρχίσει η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Το διακύβευμα
Το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει από την αρχή της νέας χρονιάς να διαμορφώνει μια ατζέντα στην οποία προτάσσονται οι μεταρρυθμίσεις, η ενίσχυση των εισοδημάτων και η επίλυση προβλημάτων της καθημερινότητας και με παρεμβάσεις σε αυτό που ονομάζει «βαθύ κράτος».
Η κυβερνητική ατζέντα θα αποτελέσει σε έναν μεγάλο βαθμό και το πλαίσιο αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση, με το Μέγαρο Μαξίμου να θέτει το πολιτικό δίλημμα «ποιος τελικά διαθέτει ένα συγκροτημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης;» και αν υπάρχει εναλλακτική πρόταση, αλλά και το διακύβευμα «ποιος μπορεί να διασφαλίσει την πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα;». Σε αυτό τον άξονα απέναντί της η κυβέρνηση θα θέσει καταρχάς το ΠΑΣΟΚ, ως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προσδιορίζοντας ουσιαστικά και την τοποθέτησή του στον πολιτικό χάρτη.
Στη Συνταγματική Αναθεώρηση, για παράδειγμα, η κυβέρνηση έχει προτάξει αλλαγές, όπως η αναθεώρηση του άρθρου περί ευθύνης υπουργών, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και η μονιμότητα στο Δημόσιο. Η κυβέρνηση θα καλέσει το ΠΑΣΟΚ να τοποθετηθεί ευθέως. Την ώρα που επίδικο κάθε εκλογικής αναμέτρησης είναι ο χώρος του Κέντρου, στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι οι επιλογές του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα όταν η συζήτηση για τη δημιουργία ενός κεντροαριστερού πόλου συνεχίζεται, θα είναι κρίσιμη για το εκλογικό αποτέλεσμα.
Κρίσιμο ερώτημα
Το Μέγαρο Μαξίμου άλλωστε έχει κατηγορήσει τη Χαριλάου Τρικούπη ότι υιοθετεί θέσεις και προτάσεις του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, την έχει επικρίνει για «λεφτόδεντρα» στην οικονομία ή για κοινοβουλευτική σύμπλευση με κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας, στις προτάσεις μομφής για παράδειγμα, αποδίδοντάς της μοναδική επιδίωξη την πτώση της κυβέρνησης. Με δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ ζητά την πρώτη θέση στις εκλογές, «έστω και με μία ψήφο» όπως λέει, το ερώτημα που θα τεθεί το επόμενο διάστημα είναι με ποιους θα κυβερνήσει σε μια τέτοια περίπτωση.
Η ρευστότητα στον χώρο της αντιπολίτευσης γίνεται ακόμη πιο έντονη εν αναμονή της ίδρυσης κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού και την τελική κίνηση του Αλέξη Τσίπρα, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το διακύβευμα της πολιτικής σταθερότητας που θέτει το Μέγαρο Μαξίμου, επιμένοντας στον στόχο της αυτοδυναμίας. Οι θέσεις που το ΠΑΣΟΚ θα υιοθετήσει στις επικείμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις θα αναδείξουν και τα περιθώρια συνεννόησης που υπάρχουν, όχι μόνο πριν αλλά και μετά τις εκλογές.












