Έπειτα από ένα διάστημα κατά το οποίο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είχε στρέψει αλλού το ενδιαφέρον και η ΝΔ έδειχνε να παίρνει μια δημοσκοπική ώθηση, λόγω κυρίως επιτυχημένων αποφάσεων και χειρισμών, η εικόνα μοιάζει να επιστρέφει σχετικώς πίσω. Τότε που οι διαδηλώσεις για τα Τέμπη και οι θεωρίες συνωμοσίας είχαν σχεδόν παραλύσει το Μέγαρο Μαξίμου, οι πιέσεις είχαν οδηγήσει σε έναν συζητήσιμο ανασχηματισμό και λίγο καιρό αργότερα είχε διαβιβαστεί η πρώτη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που έμελλε να παγιδέψει την κυβέρνηση στη σχετική συζήτηση επί μήνες.

Σήμερα, όπως γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας στην εφημερίδα «Political», η πίεση εκδηλώνεται με την πρόσφατη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης των υποκλοπών και με τη διαβίβαση του δεύτερου σκέλους της δικογραφίας για την ύποπτη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αναβολή τής προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου, που αναμενόταν να γίνει σήμερα, Παρασκευή 3 Απριλίου, και ορίστηκε για τις 17 του μηνός, ήταν αναγκαία, ακριβώς γιατί αυτή θα διεξαχθεί τώρα βάσει των νέων δεδομένων που προκύπτουν γύρω από τα δύο μεγάλα θέματα του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών.

Οι ευθύνες θα αποδοθούν από τη Δικαιοσύνη

Θέματα βεβαίως που χρήζουν έρευνας και απόδοσης ευθυνών, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν. Και οι ευθύνες θα αποδοθούν από τη Δικαιοσύνη και όχι από εκείνους που επιχειρούν να αποκομίσουν κομματικά οφέλη, στήνοντας «λαϊκά δικαστήρια». Όχι από εκείνους που θεωρούν τώρα «νόμιμες» τις παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων βουλευτών, για τους οποίους υπάρχουν «ενδείξεις ενοχής» στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά κρίνουν ως «παράνομη» την παρακολούθηση του τηλεφώνου του ευρωβουλευτή (τότε) Νίκου Ανδρουλάκη. Όχι από εκείνους που θεωρούν ότι μόνον κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της ΝΔ βουλευτές μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τη δική τους εκλογική πελατεία (με τηλεφωνική παρέμβασή της, όπως διαφαίνεται και στη δεύτερη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ).

Βέβαια σε μια άλλη περίοδο θα ήταν εκτεθειμένοι άλλοι βουλευτές, αλλά όταν «συμβαίνει στη βάρδια σου», υπάρχει πρόβλημα. Και βεβαίως υπάρχει πρόβλημα με τα θέματα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως υπάρχει πρόβλημα τώρα και για την κυβέρνηση με τα δύο αυτά «σκάνδαλα», που αναδεικνύουν διαχρονικές παθογένειες του κράτους. Όχι όμως πρόβλημα που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ή τέτοιας έκτασης που μπορεί να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση.

Οι υποθέσεις των υποκλοπών, που ήρθαν στο φως τα προηγούμενα χρόνια και αναζωπυρώθηκαν τώρα με μια απόφαση δικαστηρίου, καθώς και η δεύτερη δικογραφία που αφορά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, συνθέτουν ασφαλώς ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης για την κυβέρνηση, κυρίως σε επίπεδο διαχείρισης της δημόσιας εικόνας. Δημιούργησαν όμως και ένα αφήγημα περί θεσμικής εκτροπής, το οποίο η αντιπολίτευση αξιοποίησε συστηματικά. Παρά τις εξηγήσεις και τις θεσμικές παρεμβάσεις που ακολούθησαν, ένα τμήμα της κοινής γνώμης διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το εύρος και την ουσία των ευθυνών.

Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο πλαίσιο έρχεται να προστεθεί η νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι «ενδείξεις ενοχής», που αναφέρονται στη δικογραφία και οι ερευνώμενες πρακτικές, εφόσον επιβεβαιωθούν, ενδέχεται να ενισχύσουν την εντύπωση δυσλειτουργίας ή ακόμα και ανοχής σε φαινόμενα κακοδιοίκησης. Όμως όσο η κυβέρνηση δείχνει να λειτουργεί απολογητικά, αντί να προωθεί δυναμικά τις δικές της θέσεις και προτεραιότητες κινδυνεύει με «μονοδιάστατο» πολιτικό κόστος. Το βασικό πρόβλημα αυτήν τη στιγμή είναι πολιτικό και όχι νομικό.

Τα «σκάνδαλα», υπαρκτά και ανύπαρκτα, τα οποία πάντως διερευνά η Δικαιοσύνη, την οποία επιχειρεί να χειραγωγήσει η «αντιπολίτευση» αμφισβητώντας την ανεξαρτησία της, χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση ενός συγκεκριμένου σκοπού: αποσταθεροποίηση και πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Για την κυβέρνηση, όμως, το διακύβευμα δεν είναι μόνο εκλογικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Και η εκλογική συμπεριφορά των πολιτών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τέτοιες υποθέσεις, που αναδεικνύουν διαχρονικές παθογένειες του κράτους (τις οποίες ασφαλώς και θα έπρεπε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση), αλλά από ένα ευρύτερο πλέγμα παραγόντων, όπως η οικονομική κατάσταση, η καθημερινότητα και η αίσθηση σταθερότητας.

Ανάγκη για τολμηρές αποφάσεις

Αν η κυβέρνηση κινηθεί σταθερά προς την κατεύθυνση ευνοϊκής ρύθμισης (στο πλαίσιο του δυνατού) για τους πολίτες αυτών των παραγόντων, εύκολα ή δύσκολα θα ξεπεράσει τον κάβο. Αλλά και οι πολίτες αν θεωρήσουν ότι τα ζητήματα αυτά υπονομεύουν ουσιαστικά τη λειτουργία των θεσμών (κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στις δημοσκοπήσεις), τότε το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι σημαντικό. Αν, αντίθετα, τα εντάξουν σε ένα γενικότερο πλαίσιο «συστημικών προβλημάτων», η αντιμετώπιση των οποίων αφορά βεβαίως την παρούσα κυβέρνηση, αλλά αγγίζει (και αφορά) όλες τις προηγούμενες και όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς, οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες.

Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις γύρω από τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναδεικνύουν την ανάγκη για ισχυρούς θεσμούς, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και, κυρίως, για πολιτική βούληση που να υπερβαίνει τη διαχείριση της επικοινωνίας. Και στο περιβάλλον που διαμορφώνεται, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, προσηλωμένος στη δουλειά, στην αποτελεσματικότητα και χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το οιοδήποτε πολιτικό κόστος, θα χρειαστεί να λάβει τολμηρές αποφάσεις, που θα αλλάξουν την ατζέντα και θα εγγυηθούν την πολιτική σταθερότητα.