Με νέα ανάρτησή του στο Truth Social, ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη ρητορική του για τη Γροιλανδία, ξεκαθαρίζοντας ότι ο αμερικανικός έλεγχος του μεγαλύτερου νησιού στον κόσμο αποτελεί μονόδρομο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά, «τίποτα λιγότερο δεν είναι αποδεκτό».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι η ένταξη της Γροιλανδίας στον αμερικανικό έλεγχο θα ενίσχυε καθοριστικά τη συμμαχία, τονίζοντας πως «το ΝΑΤΟ γίνεται πολύ πιο ισχυρό και αποτελεσματικό με τη Γροιλανδία στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών». Παράλληλα, καλεί τη Βορειοατλαντική Συμμαχία να συνεργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Στην ίδια ανάρτηση, ο Τραμπ προβάλλει το επιχείρημα του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση «θα το κάνουν η Ρωσία ή η Κίνα», ξεκαθαρίζοντας πως ένα τέτοιο ενδεχόμενο «δεν θα συμβεί».
Αναλυτικά η ανάρτησή του:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας. Είναι ζωτικής σημασίας για το Golden Dome που χτίζουμε. Το ΝΑΤΟ πρέπει να μας οδηγήσει στο να το αποκτήσουμε. ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ Η ΡΩΣΙΑ Ή Η ΚΙΝΑ, ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ!
Από στρατιωτική άποψη, χωρίς την τεράστια δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία έχτισα κατά το πρώτο μου θητεία και τώρα ανεβάζω σε ένα νέο, ακόμη υψηλότερο επίπεδο, το ΝΑΤΟ δεν θα ήταν μια αποτελεσματική δύναμη ή αποτρεπτικός παράγοντας – Ούτε καν κοντά!
Το ξέρουν αυτό, και το ξέρω και εγώ. Το ΝΑΤΟ γίνεται πολύ πιο ισχυρό και αποτελεσματικό με τη Γροιλανδία στα χέρια των ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ.
Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό είναι απαράδεκτο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτό το θέμα! Πρόεδρος DJT».

Δανία και Γροιλανδία στέλνουν μήνυμα ενότητας: «Τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη βία»
Κατηγορηματικό μήνυμα ενότητας και αποφασιστικότητας έστειλαν η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, και ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, απορρίπτοντας κάθε εξωτερική αξίωση επί της Γροιλανδίας. Οι δύο ηγέτες εμφανίστηκαν μαζί σε κοινή συνέντευξη Τύπου το απόγευμα της Τρίτης, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών πιέσεων.
Η Μέτε Φρεντέρικσεν έθεσε τη θέση της Κοπεγχάγης σε επίπεδο θεμελιώδους αρχής, τονίζοντας ότι το ζήτημα υπερβαίνει τα στενά όρια της Γροιλανδίας ή ακόμη και του ίδιου του Δανικού Βασιλείου. «Δεν πρόκειται μόνο για τη Γροιλανδία ή για το Βασίλειο. Πρόκειται για το γεγονός ότι τα σύνορα δεν πρέπει να αλλάζουν με τη βία, ότι ένας λαός δεν μπορεί να αγοραστεί και ότι οι μικρές χώρες δεν πρέπει να φοβούνται τις μεγάλες», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η Δανή πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι Δανία και Γροιλανδία «δεν υπερασπίζονται μόνο τους εαυτούς τους, αλλά τη διεθνή τάξη πάνω στην οποία οι προηγούμενες γενιές έχτισαν τη δημοκρατία μας», επισημαίνοντας τον αδιαίρετο δεσμό που ενώνει τα μέρη του Δανικού Βασιλείου. Σε ιδιαίτερα συμβολικό τόνο, απηύθυνε απευθείας μήνυμα στους πολίτες της Γροιλανδίας, δηλώνοντας: «Αγαπητοί συμπατριώτες μας στη Γροιλανδία, να γνωρίζετε ότι στεκόμαστε ενωμένοι».
Από την πλευρά του, ο Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν ξεκαθάρισε τη θέση της αυτόνομης περιοχής, δηλώνοντας με σαφήνεια ότι «η Γροιλανδία δεν θέλει να γίνει μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών». Όπως τόνισε, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας επιδιώκει «ειρηνικό διάλογο και συνεργασία», με απόλυτο σεβασμό «στη συνταγματική μας θέση, στο διεθνές δίκαιο, στο δικαίωμά μας στη γη μας και στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης».
Η κοινή εμφάνιση των δύο ηγετών επιβεβαίωσε την κοινή γραμμή Κοπεγχάγης και Νουούκ, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι το μέλλον της Γροιλανδίας δεν μπορεί να καθοριστεί από εξωτερικές πιέσεις ή μονομερείς διεκδικήσεις.
Το «deal» που θα μπορούσε να κατευνάσει τον Τραμπ
Στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αναζητά πρωτίστως ένα πολιτικό τρόπαιο, ένα αποτέλεσμα που θα μπορεί να παρουσιάσει ως στρατηγική νίκη. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ένα πιθανό σενάριο «συμβιβασμού» θα μπορούσε να συνδυάζει αυξημένες ευρωπαϊκές επενδύσεις στην ασφάλεια της Αρκτικής μέσω του ΝΑΤΟ, μαζί με παραχωρήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της εκμετάλλευσης κρίσιμων ορυκτών της Γροιλανδίας.
«Αν επανασυσκευάσεις έξυπνα την ασφάλεια της Αρκτικής, προσθέσεις τα κρίσιμα ορυκτά και βάλεις ένα μεγάλο φιόγκο από πάνω, υπάρχει πιθανότητα να υπογράψει», σχολιάζει χαρακτηριστικά Ευρωπαίος διπλωμάτης. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι στο παρελθόν ανάλογες δεσμεύσεις –όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών των Ευρωπαίων συμμάχων– είχαν λειτουργήσει κατευναστικά απέναντι στον Τραμπ.
Στο αμυντικό σκέλος, το έδαφος φαίνεται να προετοιμάζεται ήδη. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, αποκάλυψε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική, εξέλιξη που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το πάγιο αίτημα του Τραμπ να επωμιστεί η Ευρώπη μεγαλύτερο μερίδιο της συλλογικής άμυνας.
Πιο σύνθετη εμφανίζεται η οικονομική διάσταση. Παρότι η Γροιλανδία διαθέτει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών, η εκμετάλλευσή τους παραμένει περιορισμένη. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει τις επενδύσεις της στο νησί στον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα σχήμα συν-επενδύσεων που θα μπορούσε να δελεάσει την Ουάσιγκτον.
Ο φόβος της κατάρρευσης του ΝΑΤΟ
Πίσω από τις διπλωματικές διεργασίες κυριαρχεί ένας βαθύτερος, υπαρξιακός φόβος: μια ενδεχόμενη αμερικανική στρατιωτική επέμβαση σε έδαφος που ανήκει σε χώρα-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση της μεταπολεμικής ευρωατλαντικής τάξης. «Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη στη Συνθήκη του ΝΑΤΟ για επίθεση ενός συμμάχου σε άλλον», σημειώνει διπλωμάτης της Συμμαχίας, προειδοποιώντας ότι ένα τέτοιο σενάριο θα σήμαινε «το τέλος του ΝΑΤΟ».
Την ίδια ανησυχία έχουν εκφράσει δημόσια τόσο ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, όσο και η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία δήλωσε ευθέως ότι σε περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης «όλα θα σταματούσαν».
Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να «παραδώσει» τη Γροιλανδία, διπλωματικές πηγές παραδέχονται πως ο βασικός στόχος είναι η αποτροπή μιας ρήξης που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή της Συμμαχίας. «Αυτό είναι σοβαρό – και η Ευρώπη φοβάται», σχολιάζει Ευρωπαίος διπλωμάτης, περιγράφοντας τη συγκυρία ως «σεισμική».
Ύστερα από χρόνια κατά τα οποία δεν υπήρχε καν σχεδιασμός για το ενδεχόμενο αμερικανικής πίεσης αυτού του μεγέθους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα. «Ξέρουμε πώς θα αντιδρούσαμε αν το έκανε η Ρωσία», παραδέχεται διπλωματική πηγή. «Με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναζήσει».












