Από τον δικομματισμό προ των μνημονίων, περάσαμε, «στον ενάμισι δικομματισμό και από κει σε μια πολιτική κρίση ρευστότητας», δηλώνει στην epolitical.gr, o πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Τσίπρας.

Προσθέτει δε, πως αυτό οφείλεται«στη γενικευμένη αναξιοπιστία της πολιτικής και των εκφραστών της και στο γεγονός ότι τα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία κινούνται εντός ενός κοινού πλαισίου άσκησης πολιτικής». Κρίνει ότι, «Η χώρα πρέπει να αλλάξει πορεία» και  «Αν αυτό δεν γίνει ο στόχος και πολιτικός λόγος μιας αντιπολίτευσης, δύσκολα θα κερδηθεί η αναγκαία πλειοψηφία για μια προοδευτική, φιλολαϊκή διακυβέρνηση». Θεωρεί αναμενόμενο ότι, «Η ΕΛ.Α.Σ κατόρθωσε με το καλημέρα να συγκεντρώνει δημοσκοπικά την εκλογική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ του 2023», αλλά  δεν πιστεύει πως, «μια απλή αντικατάσταση Μητσοτάκη θα αλλάξει κάτι δραματικά». Αντίθετα, θεωρεί πως , «κοινό ζητούμενο της αντιπολίτευσης», πρέπει να είναι, «να φύγει η Δεξιά και οι πολιτικές της».

  • Έμπειρος κι απόμακρος πλέον από την πολιτική, πως θα περιγράφατε τον κατακερματισμό της Κεντροαριστεράς, διάσπαρτα κόμματα στην Κεντροδεξιά, και την συνεχιζόμενη δημοσκοπική, αν όχι και πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη; 

Ανένταχτος είμαι, όχι απόμακρος. Από το δικομματισμό προ μνημονίων περάσαμε το 2023 στον ενάμισι δικομματισμό και από κει σε μια πολιτική κρίση ρευστότητας, όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Τα μεγαλύτερα κόμματα δεν υπερβαίνουν το 20-30% και η αποχή θριαμβεύει. Δεν πρόκειται για κρίση που οφείλεται σε κάποια σύγκρουση δύο κόσμων όπως σε άλλες εποχές. Οφείλεται στη γενικευμένη αναξιοπιστία της πολιτικής και των εκφραστών της και στο γεγονός ότι τα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία κινούνται εντός ενός κοινού πλαισίου άσκησης πολιτικής. Ο επακόλουθος πολυκερματισμός σε μικρότερα κόμματα και κομματίδια ευνοεί την επιρροή ολιγαρχικών συμφερόντων στα πολιτικά πράγματα και στην εξουσία. Σε αυτή την επιρροή οφειλόταν η μέχρι πρότινος κυριαρχία Μητσοτάκη, που όμως η διακυβέρνησή του ήταν τόσο ακραία, διαπλεκόμενη και κλεπτοκρατική, που είναι πλέον ο ίδιος καμένο χαρτί.

  • Η ΕΛ.Α.Σ, το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, μπορεί να παρουσιαστεί ως πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης των προοδευτικών δυνάμεων;

Η ΕΛ.Α.Σ κατόρθωσε με το καλημέρα να συγκεντρώνει δημοσκοπικά την εκλογική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ του 2023. Μείον το διάλειμμα του ΣΥΡΙΖΑ, η Δεξιά είναι σήμερα στην εξουσία 22 χρόνια από το 2004. Η θλιβερή Ελλάδα που βιώνει σήμερα η κοινωνική πλειοψηφία, μια Ελλάδα πολύ φτωχότερη, στην ουρά της ΕΕ όχι μόνο οικονομικά αλλά και θεσμικά και πολιτισμικά, χωρίς δική της φωνή στα διεθνή πράγματα, μια χώρα που καταστράφηκε και έμεινε πίσω, είναι προϊόν αυτών των 22 ετών Δεξιάς. Η μέση οικογένεια αδυνατεί σήμερα να περάσει καλοκαιρινές διακοπές, να χαρεί τον ίδιο τον τόπο μας που είναι ένας ευλογημένος τόπος. Δεν πιστεύω ότι μια απλή αντικατάσταση Μητσοτάκη θα αλλάξει κάτι δραματικά. Είναι σαν να ζητάμε από ένα λύκο να γίνει χορτοφάγος. Συνεπώς, κάθε άλλο παρά με αφήνει αδιάφορο το αν θα φύγει η Δεξιά από την εξουσία.

Το να φύγει η Δεξιά και οι πολιτικές της πρέπει να είναι το ζητούμενο της αντιπολίτευσης. Η χώρα πρέπει να αλλάξει πορεία. Κυρίως σε οικονομία και εξωτερική πολιτική. Αν αυτό δεν γίνει ο στόχος και πολιτικός λόγος μιας αντιπολίτευσης, δύσκολα θα κερδηθεί η αναγκαία πλειοψηφία για μια προοδευτική, φιλολαϊκή διακυβέρνηση. Η 7ετία Μητσοτάκη ήταν τόσο ακραία που και μόνο να υπόσχεσαι χρηστή και έντιμη διαχείριση υπέρ του δημοσίου συμφέροντος μοιάζει με επανάσταση. Όμως δεν είναι αρκετό, είναι πολύ λίγο.

Η επιτυχία της Νέας Δεξιάς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οφείλεται ακριβώς στο ότι εμφανίζεται να διαφοροποιείται από ένα κοινό πλαίσιο πολιτικής Δεξιάς-Κεντροαριστεράς.

  • Ποια η γνώμη σας για τις εξελίξεις στο ΣΥΡΙΖΑ;

Η κρίση που υπέβοσκε στο κόμμα πριν ακόμη την εκλογική συντριβή του 2023 μετεξελίχθηκε με το χειρότερο τρόπο. Αν και κάποιος κόσμος έχει απομείνει στο κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον τελειώσει όχι γιατί ήταν μοιραίο να κλείσει κάποιος «ιστορικός κύκλος» όπως λέγεται. Η ευθύνη βαραίνει το ηγετικό επίπεδο, και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Για την περίοδο Κασσελάκη βαραίνει λίγο περισσότερο την πλευρά που τον στήριζε μέχρι τέλους επί έντεκα μήνες.

Ακόμη και αν αποχωρήσουν όσοι προσβλέπουν στην ΕΛΑΣ, δεν υπάρχει σοβαρή πολιτική συμφωνία ανάμεσα στα επώνυμα στελέχη που δηλώνουν ότι θέλουν να συνεχίσουν ως ΣΥΡΙΖΑ. Τους ενώνει προσωρινά η ανυπαρξία προσωπικής εναλλακτικής. Αν τους ένωναν κοινές ιδέες το λογικό θα ήταν η επανίδρυση ενός νέου κομματικού φορέα, όχι η ιδιοποίηση του brandname. Συνεπώς έπονται και άλλα επεισόδια εκφυλισμού.

  • Από την άλλη πλευρά του πολιτικού σκηνικού, το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, μπορεί να αφαιρέσει ψήφους από την Νέα Δημοκρατία, αποστερώντας της την προσδοκώμενη κοινοβουλευτική κυβερνητική αυτοδυναμία, αν όχι και το bonus των επιπλέον εδρών, ρίχνοντάς την κάτω κι από το 25%;

Δεν ξέρω πόσους ψήφους παραπάνω απ’ όσους έχουν ήδη απομακρυνθεί από τη ΝΔ μπορεί να στερήσει ένα κόμμα Σαμαρά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για κίνηση που στρέφεται μετεκλογικά προς την αντικατάσταση του Κ. Μητσοτάκη και όχι κατά της ΝΔ. Ο Α. Σαμαράς υπήρξε βασικός στυλοβάτης στην εμπέδωση του καθεστώτος Μητσοτάκη. Ακόμη και στα ελληνοτουρκικά που υποτίθεται πως είναι η μεγάλη διαφωνία, ο Σαμαράς στήριζε απόλυτα τουλάχιστον μέχρι το 2023, και έκτοτε δεν έχει διαφοροποιηθεί σε καμιά άλλη διάσταση της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Πόσο σοβαρή μπορεί να είναι μια διαφοροποίηση στα ελληνοτουρκικά όταν ο Κ. Μητσοτάκης στηρίχθηκε στο σύνολο των υπόλοιπων βασικών επιλογών εξωτερικής πολιτικής και όχι μόνο;

  • Κρίνετε πως τα σωρευμένα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να τα διαχειριστεί καλύτερα μια μονοκομματική ή μια συνεργατική κυβέρνηση, και ποιας ιδεολογικής απόχρωσης;

Το πρόβλημα είναι ποιες πολιτικές. Η συνεργατική κυβέρνηση Παπαδήμου (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ) ήταν εκείνη που υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο, με διαφορά το πιο καταστροφικό για την οικονομία και την κοινωνία. Από την άλλη, η σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη που απεχθάνεται η μεγάλη πλειοψηφία ήταν μονοκομματική. Είναι βέβαιο πως με δεδομένη την εκλογική συρρίκνωση της ΝΔ και τον πολυκερματισμό, δυναμικά κέντρα επιθυμούν μια κυβέρνηση συνεργασίας που πάνω-κάτω θα συνεχίσει πολιτικές που τα ευνοούν. Το στοίχημα είναι αν θα δυναμώσουν πολιτικές που θα κερδίσουν πλειοψηφίες σε ένα προοδευτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Με ή χωρίς συνεργασίες.

  • Ασχολείσθε με την εξωτερική πολιτική. Από την λίαν πρόσφατη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, κρίνετε ότι αναβαθμίστηκε ο ρόλος της Τουρκίας, σε βάρος της χώρας μας και γιατί;

Στο πλαίσιο των επιλογών της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία η Τουρκία σήμερα μοιάζει με πολύφερνη νύφη. Αντίστοιχα οι αμερικανικές επιλογές σε Μέση Ανατολή και Καύκασο αντικειμενικά ενισχύουν την Τουρκία και την καθιστούν πιο χρήσιμη για τις ΗΠΑ. Από την οπτική της Ελλάδας πρόκειται για αποτυχία της ανύπαρκτης στρατηγικής του «καλού μαθητή». Πρόκειται δηλαδή για στρατηγική αποτυχία είτε πάρουν τα F-35 είτε όχι. Ο βαυκαλισμός περί Ελλάδας-πυλώνα σταθερότητας του ΝΑΤΟ αποδεικνύεται όλο και περισσότερο κενός περιεχομένου σε ότι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Πάρτε για παράδειγμα την πρόσφατη κρίση στο Ιράν. Τα πνεύματα σε κυβέρνηση, σε μέρος του πολιτικού συστήματος, διεθνολόγους κλπ ήταν υπέρ του τυχοδιωκτισμού ΗΠΑ-Ισραήλ με διάφορα επιχειρήματα. Όμως το αποτέλεσμα του πολέμου ενίσχυσε την Τουρκία. Ακόμη χειρότερα υποβάλλεται σήμερα η επικίνδυνη ιδέα πως ό,τι είναι επιθυμητό από το Τελ Αβίβ ή την Ουάσιγκτον στο Ιράν, στο Λίβανο κλπ, είναι καλό και για την Ελλάδα, κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν ισχύει. Για να μην αναφερθώ στην αυτοκτονική πολιτική που ακολουθήσαμε στο ουκρανικό. Η Ελλάδα έχει υπαρξιακό πρόβλημα στάθμισης, προσανατολισμού και στρατηγικής στην εξωτερική της πολιτική. Πρόβλημα που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους.