Ο Ντι Κάπριο θα είχε… υστερήσει σε αυτή την ιστορία, καθώς ένας άνδρας από το Τορόντο κατάφερε να κάνει πραγματικότητα το σενάριο του «Πιάσε με αν μπορείς»!
Επί χρόνια, παρουσιαζόταν ως πιλότος και ταξίδευε αεροπορικώς χωρίς να πληρώνει ούτε δεκάρα, εκμεταλλευόμενος τα κενά ασφαλείας των αεροπορικών εταιρειών.
Σύμφωνα με τις Αρχές της Χαβάης, ο άνδρας εξασφάλισε εκατοντάδες δωρεάν πτήσεις δημιουργώντας μια πλήρως ψεύτικη επαγγελματική ταυτότητα, την οποία χρησιμοποιούσε συστηματικά για να ξεγελάει τις αεροπορικές εταιρείες και να απολαμβάνει τον αέρα… ως επαγγελματίας πιλότος, χωρίς ποτέ να έχει πάρει πραγματική άδεια.
Όπως ανακοίνωσαν οι αμερικανικές Αρχές, ο 33χρονος Ντάλας Ποκόρνικ διώκεται για τηλεφωνική απάτη, καθώς φέρεται να εξαπάτησε τουλάχιστον τρεις μεγάλες αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ σε βάθος τετραετίας.
Αν και στο παρελθόν είχε εργαστεί νόμιμα ως αεροσυνοδός σε αεροπορική εταιρεία με έδρα το Τορόντο, από το 2017 έως το 2019, μετά τη λήξη της συνεργασίας του συνέχισε να χρησιμοποιεί την υπηρεσιακή του ιδιότητα για να αποκτά εισιτήρια, γνωρίζοντας –σύμφωνα με το κατηγορητήριο– ότι τα έγγραφα που παρουσίαζε δεν ήταν γνήσια.
Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, ο Ποκόρνικ φέρεται να ζήτησε να καθίσει στη λεγόμενη «jumpseat» του πιλοτηρίου, θέση που προορίζεται αποκλειστικά για πιλότους εκτός υπηρεσίας.
Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε παρότι δεν διέθετε άδεια πιλότου ούτε οποιαδήποτε πιστοποίηση, ενώ η ομοσπονδιακή νομοθεσία απαγορεύει τη χρήση αυτών των θέσεων για προσωπικά ταξίδια.
Παραμένει αδιευκρίνιστο, όπως σημειώνει ο Guardian με ποιον τρόπο κατάφερε να πείσει τις αεροπορικές εταιρείες ότι εξακολουθούσε να είναι ενεργός υπάλληλος, αρκετά χρόνια μετά την αποχώρησή του.
Υπό κανονικές συνθήκες, οι εργαζόμενοι ταυτοποιούνται μέσω ειδικής κάρτας συνδεδεμένης με βάση δεδομένων που περιλαμβάνει φωτογραφία και στοιχεία απασχόλησης, ωστόσο οι διαδικασίες φαίνεται πως είναι λιγότερο αυστηρές όταν πρόκειται για ταξίδια αναψυχής.
Σε περίπτωση που κριθεί ένοχος, ο 33χρονος αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως και 20 έτη, καθώς και χρηματικό πρόστιμο που μπορεί να φτάσει τις 250.000 δολάρια.












