Οι διεθνείς αγορές πετρελαίου δέχονται ισχυρό πλήγμα από την ένταση στη Μέση Ανατολή, με τις τιμές να εκτοξεύονται παρά τις προσπάθειες των παραγωγών να αυξήσουν την προσφορά. Οι αναλυτές αναμένουν ότι όταν οι αγορές ανοίξουν αύριο (Δευτέρα), η τιμή του Brent crude θα ξεκινήσει κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, αντανακλώντας την αυξημένη αβεβαιότητα και τις διαταραχές στις ροές ενέργειας, μεταδίδει το Reuters.

Η απόφαση του ΟΠΕΚ να αυξήσει την παραγωγή κατά 206.000 βαρέλια ημερησίως από τον Απρίλιο έχει στόχο να μετριάσει την επιβράδυνση της προσφοράς. Παρόλα αυτά, η αύξηση αυτή αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,2% της παγκόσμιας ζήτησης, κάτι που δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις πιέσεις από τη γεωπολιτική κρίση. Ακόμη, να σημειωθεί ότι από τις αρχέες του χρόνου η τιμή του μάυρου χρυσού έχει εκτοξευθεί κατά 22%.
Η βασική πηγή ανησυχίας είναι η συνεχής επιδείνωση της κατάστασης γύρω από το Στενά του Ορμούζ — το στενό πέρασμα από όπου μεταφέρεται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Έπειτα από επανειλημμένες επιθέσεις και στρατιωτικές εντάσεις στην περιοχή, πολλοί ναυλωτές έχουν ανακοινώσει ότι θα αποφεύγουν τη διέλευση για λόγους ασφάλειας, και δεκάδες δεξαμενόπλοια παραμένουν άπραγα περιμένοντας να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Αυτή η παύση των ροών σε τόσο κρίσιμο σημείο έχει ωθήσει ήδη το Brent πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι για τα προθεσμιακά συμβόλαια μέσα στο Σαββατοκύριακο, με τις εκτιμήσεις να δείχνουν ότι οι τιμές μπορούν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα εάν η κρίση διευρυνθεί ή οι διακοπές στις εξαγωγές συνεχιστούν.
Η άνοδος των τιμών έχει ήδη αρχίσει να μεταφράζεται σε επιπτώσεις πέρα από τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Σε πολλές χώρες οι τιμές των καυσίμων στα πρατήρια αναμένεται να αυξηθούν, πιέζοντας τον πληθωρισμό και επηρεάζοντας τόσο τα κόστη μεταφορών όσο και το κόστος ζωής των καταναλωτών.
Παρά τις δηλώσεις του ΟΠΕΚ ότι θα παρακολουθεί «στενά» την κατάσταση της αγοράς, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η αγορά δεν θα καθοριστεί από τις αποφάσεις παραγωγής αλλά από την πραγματική ροή ενέργειας μέσω κρίσιμων κόμβων όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξηθούν, ο κίνδυνος η τιμή του πετρελαίου να φτάσει ακόμη τα 100 δολάρια το βαρέλι ή και περισσότερο δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Με αυτό το υπόβαθρο, οι αγορές παρακολουθούν στενά κάθε νέα εξέλιξη, καθώς η σχέση μεταξύ παραγωγής, προσφοράς και γεωπολιτικού ρίσκου μπορεί να καθορίσει όχι μόνο τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, αλλά και τις επόμενες κινήσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Οι θέσεις της Μόσχας
Η Ρωσία δεν είναι μέλος του ΟΠΕΚ με την αυστηρή έννοια του όρου, δηλαδή του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OPEC).

Η Ρωσία όμως είναι σημαντικός εταίρος σε έναν ευρύτερο συνασπισμό γνωστό ως OPEC+, που περιλαμβάνει τον ΟΠΕΚ και παραγωγούς-συμμάχους εκτός οργανισμού. Η συμμετοχή της Ρωσίας στην ομάδα αυτή έχει καθοριστική σημασία για τις αποφάσεις της στην παραγωγή και ροή πετρελαίου διεθνώς, λόγω του μεγέθους των ρωσικών εξαγωγών και της παραγωγικής της ικανότητας.
Παρά τις εντάσεις, η Ρωσία έχει συμμετάσχει στην απόφαση για την αύξηση της παραγωγής μαζί με άλλα μέλη της OPEC+, προσθέτοντας από κοινού περίπου 206.000 βαρέλια ημερησίως στην παγκόσμια παραγωγή από τον Απρίλιο, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τις τιμές και να καθησυχάσει τις αγορές.











