Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη συνέντευξη. Αποτέλεσε μια χαρακτηριστική επίδειξη πολιτικού λόγου χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς μέτρο και χωρίς σεβασμό στους στοιχειώδεις κανόνες του δημόσιου διαλόγου.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», στο επίκεντρο βρέθηκε το ζήτημα των αμβλώσεων. Εκεί, η κ. Καρυστιανού επέλεξε να παρουσιάσει έναν αυθαίρετο αριθμό, χωρίς καμία επίσημη πηγή, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς αναφορά σε θεσμικά δεδομένα. Έναν αριθμό που εμφανίστηκε ως «γεγονός», ενώ στην πραγματικότητα δεν στηρίζεται σε καμία δημόσια καταγραφή.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό και υγειονομικό ζήτημα μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης.
Αριθμοί από το πουθενά
Η κ. Καρυστιανού στην τελευταία της συνέντευξη στο bankingnews ανέφερε ότι «οι αμβλώσεις φτάνουν περίπου τις 250.000 τον χρόνο». Δηλαδή, σύμφωνα με την ίδια, γίνονται σχεδόν 685 αμβλώσεις την ημέρα στην Ελλάδα.
Η επίκληση υποτιθέμενων «μαζικών αμβλώσεων» έγινε χωρίς καμία αναφορά σε επίσημα στοιχεία του κράτους, των νοσοκομείων ή διεθνών οργανισμών. Στον δημόσιο λόγο, όμως, οι αριθμοί έχουν σημασία. Δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Διαμορφώνουν αντιλήψεις, επηρεάζουν πολιτικές στάσεις και τροφοδοτούν κοινωνικές εντάσεις.
Όταν πολιτικά πρόσωπα επικαλούνται ανύπαρκτα ή ατεκμηρίωτα δεδομένα, δεν κάνουν απλώς λάθος. Παραπλανούν. Και στην προκειμένη περίπτωση, η παραπλάνηση αφορά ένα ζήτημα που αγγίζει άμεσα την υγεία, την αυτοδιάθεση και τα δικαιώματα των γυναικών.
«Ηθικός ακτιβισμός»
Η κ. Καρυστιανού δεν περιορίστηκε στους αυθαίρετους αριθμούς. Προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, συνδέοντας τις αμβλώσεις με την κυβερνητική πολιτική και την οικονομική κατάσταση της χώρας, χωρίς καμία σοβαρή ανάλυση. Η σύνδεση αυτή παρουσιάστηκε ως «αυτονόητη», ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί προσωπική εκτίμηση, μεταμφιεσμένη σε πολιτικό επιχείρημα.
Έτσι, η συζήτηση μετατοπίστηκε από τη σοβαρή κοινωνική πολιτική στον ηθικό ακτιβισμό. Από την ανάλυση στην ενοχοποίηση.
«Παρερμηνεύτηκα», αλλά δεν αναθεωρώ
Μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι δηλώσεις της, η ίδια επιχείρησε να εμφανιστεί ως «παρεξηγημένη». Υποστήριξε ότι οι τοποθετήσεις της παρερμηνεύτηκαν. Ωστόσο, δεν προχώρησε σε καμία ουσιαστική διόρθωση. Δεν ανακάλεσε αριθμούς. Δεν προσκόμισε στοιχεία. Δεν αναθεώρησε το αφήγημά της.
Παρέμεινε σταθερή σε απόψεις που μπορεί να εμφανίζονται ως «αποδεκτές» σε συντηρητικούς κύκλους, αλλά στην ουσία αναπαράγουν έναν σκοταδιστικό τρόπο σκέψης: την ενοχοποίηση των γυναικών, τη δαιμονοποίηση των επιλογών τους και την απλοποίηση σύνθετων κοινωνικών φαινομένων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι συγκεκριμένες δηλώσεις. Είναι το συνολικό πολιτικό μοντέλο που εκπροσωπούν. Ένα μοντέλο όπου η προσωπική άποψη παρουσιάζεται ως αντικειμενική αλήθεια. Όπου το συναίσθημα υποκαθιστά τα δεδομένα. Όπου η καταγγελία αντικαθιστά την ευθύνη. Σε μια περίοδο που η κοινωνία έχει ανάγκη από σοβαρότητα, τεκμηρίωση και ψυχραιμία, τέτοιες παρεμβάσεις λειτουργούν διαλυτικά.
Θεσμική ανευθυνότητα με λαϊκό περιτύλιγμα
Η πολιτική παρουσία της κ. Καρυστιανού επιχειρεί να ντυθεί με τον μανδύα της «αντισυστημικότητας» και της «αυθεντικότητας». Στην πράξη, όμως, πρόκειται για έναν λόγο χωρίς θεσμικό βάθος. Η εύκολη καταγγελία, οι γενικόλογες αναφορές, οι αυθαίρετοι αριθμοί και η ηθικολογία δεν συνιστούν πολιτική πρόταση. Συνιστούν επικοινωνιακή στρατηγική. Και μάλιστα επικίνδυνη.
Όποιος επιλέγει να παρεμβαίνει στα κοινά, οφείλει να γνωρίζει ότι τα λόγια του έχουν συνέπειες. Δεν είναι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Δεν είναι προσωπικά ημερολόγια. Είναι πολιτικές παρεμβάσεις.
Και οι πολιτικές παρεμβάσεις απαιτούν τεκμηρίωση, σοβαρότητα και σεβασμό στην κοινωνία. Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού δείχνει τι συμβαίνει όταν αυτά απουσιάζουν: δημιουργείται ένας θόρυβος χωρίς περιεχόμενο, μια πολιτική χωρίς πυξίδα και ένας δημόσιος διάλογος χωρίς ποιότητα.












