Το ζήτημα του τουρκικού casus belli ανέδειξε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την άφιξή του στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι μια συμμαχία οφείλει να στηρίζεται στον σεβασμό της καλής γειτονίας και του Διεθνούς Δικαίου.

Ο πρωθυπουργός απέφυγε να σχολιάσει τις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σχετικά με το ενδεχόμενο πώλησης μαχητικών F-35 στην Τουρκία, επιλέγοντας να εστιάσει στις πάγιες ελληνικές θέσεις.

«Η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρκή απειλή πολέμου»

Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με την απειλή πολέμου από την Τουρκία.

«Μια συμμαχία πρέπει να βασίζεται στις θεμελιώδεις αρχές της καλής γειτονίας. Η χώρα μας αντιμετωπίζει διαρκή απειλή πολέμου από την Τουρκία και πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε σε ετοιμότητα. Είμαι βέβαιος ότι τα ζητήματα μπορούν να επιλυθούν σε πνεύμα συνεργασίας και καλής γειτονίας», δήλωσε ο πρωθυπουργός.

Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο το casus belli που εξακολουθεί να διατηρεί η Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα, αυτή τη φορά ενώπιον των συμμάχων στο ΝΑΤΟ.

Προηγούμενη παρέμβασή του προς τον Ερντογάν

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο πρωθυπουργός είχε αναφερθεί στο casus belli και κατά την προηγούμενη διμερή συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επισημαίνοντας ότι η διατήρηση μιας απειλής πολέμου δεν συνάδει με τις προσπάθειες βελτίωσης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Η νέα δημόσια αναφορά του στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ δείχνει ότι η Αθήνα συνεχίζει να θέτει το θέμα σε κάθε ευκαιρία, συνδέοντας την πρόοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με την άρση πρακτικών που αντιβαίνουν στις αρχές της Συμμαχίας.

«Θέλω καλύτερες σχέσεις με την Τουρκία»

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η ελληνική πλευρά παραμένει υπέρ της διατήρησης ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα.

«Είναι πάντα χαρά μου να επισκέπτομαι την Άγκυρα και πάντα είμαι θερμός υποστηρικτής της βελτίωσης των σχέσεων των δύο χωρών», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία και ο διάλογος αποτελούν τον δρόμο για την επίλυση των διαφορών, με σεβασμό στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας.