Η συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα δεν είναι μια «φωτογραφία» διπλωματίας. Είναι μία ακόμη πράξη ενός σταθερού, ρεαλιστικού και ταυτόχρονα ελπιδοφόρου σχεδίου: της Ελλάδας που δεν φοβάται τον διάλογο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά τι δεν διαπραγματεύεται.
Όσοι αντιμετωπίζουν κάθε ελληνοτουρκική επαφή είτε ως «υποχώρηση» είτε ως «λύση-εξπρές», χάνουν το ουσιώδες. Η σοβαρή εξωτερική πολιτική χτίζεται με συνέχεια, κανόνες και συσχετισμούς ισχύος. Και ακριβώς αυτό υπηρετεί η σημερινή στρατηγική: ανοιχτοί δίαυλοι με απτά οφέλη για τη χώρα μας, με πλήρη επίγνωση των δυσκολιών.
Η Ελλάδα προσέρχεται στον διάλογο με πίστη και αυτοπεποίθηση, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, με σαφή θέση ότι ζητήματα κυριαρχίας δεν τίθενται προς συζήτηση. Ο πυρήνας της διαφοράς αφορά την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας — και μόνο. Αυτός ο καθαρός διαχωρισμός αποτρέπει τις «γκρίζες ζώνες» και κρατά την ατζέντα σε θεσμικό πλαίσιο.
Παράλληλα, ακόμη και όταν δεν παράγονται «θεαματικά» αποτελέσματα, η αξία της διαδικασίας είναι πραγματική: επιβεβαιώνεται η βούληση επικοινωνίας, μειώνονται οι πιθανότητες ατυχήματος, διατηρείται ένας ελάχιστος κοινός κώδικας συνεννόησης.
Ισχύς δεν είναι μόνο άμυνα Είναι και συμμαχίες, και ενέργεια, και αξιοπιστία. Η αυτοπεποίθηση μιας χώρας δεν δηλώνεται — τεκμηριώνεται.
Πρώτον, με ισχυρές συμμαχίες και πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Η Ελλάδα ενισχύει τον στρατηγικό της ρόλο με συνεργασίες βάθους και διάρκειας. Η ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πλαισίου που προσθέτει ουσιαστική αποτρεπτική ισχύ. Την ίδια στιγμή, στην Ανατολική Μεσόγειο, η συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο εξελίσσεται τόσο στον ενεργειακό όσο και στον αμυντικό τομέα, διαμορφώνοντας έναν άξονα σταθερότητας σε μια περιοχή υψηλών εντάσεων.
Δεύτερον, με ενεργειακή γεωπολιτική. Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε ενεργειακό κόμβο και πύλη εισόδου για την ευρύτερη περιοχή, αξιοποιώντας υποδομές LNG και διασυνδέσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό δεν είναι σύνθημα· είναι στρατηγική επιλογή που μετατρέπει τη χώρα σε κομβικό παίκτη, όχι σε θεατή.
Τρίτον, με αποτρεπτική ικανότητα και εθνική ενότητα στόχων. Διάλογος χωρίς ισχύ είναι ευχολόγιο. Ισχύς χωρίς διάλογο είναι αδιέξοδο. Η ισορροπία των δύο συνιστά το ώριμο εθνικό συμφέρον — και σε αυτήν ακριβώς την ισορροπία κινείται η χώρα σήμερα.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συνομιλεί με τους γείτονές της, ακόμη και όταν υπάρχουν βαθιές διαφορές. Με τη δύναμη μιας χώρας που υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο και γνωρίζει ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο συνθημάτων, αλλά σχεδιασμού με βάση τα συμφέροντα της πατρίδας.
Και αυτό είναι το ελπιδοφόρο μήνυμα της στρατηγικής του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη: μια Ελλάδα ισχυρή, δικτυωμένη, ενεργειακά και γεωπολιτικά αναβαθμισμένη, με ενεργές συμμαχίες, με αποτροπή και με το βλέμμα μπροστά — με σιγουριά.











