Μια ακόμη ανησυχία στο κεφάλαιο της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων δημιούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιλογή της να προχωρήσει στη συμφωνία με τη Mercosur, μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, ουσιαστικά αγνοεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές αγροτικές χώρες που δεν συμφώνησαν. Η Ευρώπη, αντί να επενδύσει ουσιαστικά στην αγροτική της παραγωγή και να προστατεύσει τους ανθρώπους που τη στηρίζουν, συνεχίζει να υπογράφει συμφωνίες με ανταγωνιστές, θυσιάζοντας τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής υπαίθρου στο όνομα της «ελεύθερης αγοράς».
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Θεωρώ πως αυτή η επιλογή μπορεί να κρίνει όχι μόνο το μέλλον των αγροτών, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια ακόμη κρίσιμη απόφαση, η ΕΕ δεν συγκλίνει με τον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής. Το ερώτημα που τίθεται ευθέως είναι αν γνωρίζει πώς θα στηρίξει έμπρακτα την αγροτική της παραγωγή ή θα συνεχίσει να προωθεί εμπορικές συμφωνίες που εντείνουν τον ανταγωνισμό εις βάρος των Ευρωπαίων αγροτών. Η απόφαση για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ-Mercosur αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης.
Ενώ οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται τα τελευταία χρόνια να προσαρμοστούν σε αυστηρούς κανονισμούς για το περιβάλλον, την ασφάλεια τροφίμων και την ευζωία των ζώων, με αυξημένο κόστος παραγωγής, η ΕΕ φαίνεται διατεθειμένη να ανοίξει την αγορά της σε προϊόντα που δεν υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Καθίσταται προφανές ότι αυτή η απόφαση δημιουργεί έναν ξεκάθαρα άνισο ανταγωνισμό, καθώς δεν πρόκειται απλώς για οικονομικό ζήτημα, αλλά για θέμα δικαιοσύνης και συνέπειας της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Οι μαζικές κινητοποιήσεις αγροτών σε χώρες όπως η Γαλλία δεν αποτελούν απλώς συντεχνιακές αντιδράσεις. Αντικατοπτρίζουν μια βαθύτερη ανησυχία για το μέλλον της υπαίθρου, της τοπικής παραγωγής και της επισιτιστικής ασφάλειας της Ευρώπης. Η στάση κρατών-μελών που αντιδρούν στη συμφωνία δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι περιφερειακό, αλλά αφορά τον ίδιο τον προσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις αντιδράσεις προτείνει «μέτρα διασφάλισης», παραδείγματος χάρη, ρήτρες προστασίας για ευαίσθητα προϊόντα όπως βοδινό κρέας, πουλερικά, ζάχαρη, και έκτακτους μηχανισμούς επαναφοράς δασμών σε περίπτωση αποσταθεροποίησης της αγοράς. Ωστόσο, η ίδια η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιοι μηχανισμοί είναι εξαιρετικά δύσκολο να ενεργοποιηθούν στην πράξη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ έχει κάνει χρήση αντίστοιχων ρητρών μόνο δύο φορές τις τελευταίες δεκαετίες και για άλλους λόγους.
Η συμφωνία με τις χώρες της Mercosur, Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη, παρουσιάζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως στρατηγικό άνοιγμα σε μια μεγάλη αγορά της Λατινικής Αμερικής. Όμως οι φόβοι από τον αγροτικό κόσμο δεν είναι αβάσιμοι. Η εισροή φθηνών αγροτικών προϊόντων από χώρες με χαμηλότερα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας. Είναι προφανές ότι η πρόταση για διάθεση κονδυλίων στον επόμενο επταετή προϋπολογισμό 2028-2034 των 2 τρισ. ευρώ για τη στήριξη των αγροτών με 45 δισ. ευρώ μοιάζει περισσότερο με αντιστάθμισμα πολιτικού κόστους παρά με μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Στην Ελλάδα με το 11% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού να είναι αγρότες και με 680 εκατ. ευρώ ετησίως αγροτικές εξαγωγές κυρίως σε άλλες χώρες της ΕΕ, παρά την εξαίρεση των 21 προϊόντων ΠΟΠ-ΠΓΕ, η άρση των δασμών για χώρες της Νότιας Αμερικής με 30 φορές μεγαλύτερη αγροτική γη θα δημιουργήσει άνισο ανταγωνισμό και μεγάλη απώλεια ελληνικών εξαγωγών. Παρεμπιπτόντως η Ελλάδα εισάγει προϊόντα αξίας 452 εκατ. ευρώ από χώρες της Mercosur και εξάγει μόνο 34,5 εκατ. ευρώ με ελλειμματικό εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο 1 προς 13.
Αντί λοιπόν η ΕΕ να επενδύει συστηματικά στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής, στην καινοτομία, στη μείωση του κόστους ενέργειας και στη διατροφική αυτάρκεια, επιλέγει να διαπραγματεύεται και να υπογράφει συμφωνίες που αυξάνουν την εξάρτησή της από τρίτες αγορές. Αναμφίβολα, το διεθνές εμπόριο και οι στρατηγικές συνεργασίες έχουν σημασία για την οικονομία της ΕΕ. Όμως δεν μπορεί να προωθούνται με τρόπο που υπονομεύει έναν από τους πιο ευαίσθητους και θεμελιώδεις τομείς της, όπως η γεωργία. Η ΕΕ δεν μπορεί να ζητά από τους αγρότες της να τηρούν υψηλά πρότυπα και ταυτόχρονα να τους εκθέτει σε ανταγωνισμό με παραγωγούς που λειτουργούν με χαμηλότερο κόστος και λιγότερους περιορισμούς.
Στο παρελθόν παρόμοιες εσφαλμένες πολιτικές οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, που σήμερα «παλεύουν» να επανέλθουν και στην «εξάρτηση» της ευρωπαϊκής αγοράς από τις ασιατικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα την «εξαγωγή» δισ. δολαρίων προς όφελος των οικονομιών της Ασίας. Σήμερα η ΕΕ βρίσκεται και πάλι ενώπιον των ευθυνών της με συμφωνίες που δεν θα διασφαλίζουν την ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή και την ανταγωνιστικότητά της. Αποφάσισε να παραμείνει «έρμαιο» των εισαγωγών και θεατής της «αποψίλωσης» της ευρωπαϊκής γεωργικής υπαίθρου. Η μόνη ορατή στον ορίζοντα επιλογή δεν μπορεί να είναι άλλη από την παντοιοτρόπως στήριξη με επενδύσεις τής ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής απ’ άκρου εις άκρον της ευρωπαϊκής επικράτειας μέσα από μια αναμορφωμένη Κοινή Αγροτική Πολιτική.











