Όλοι έχουμε υπάρξει εκεί: δίνουμε μια εξαιρετική συμβουλή σε φίλο, συνάδελφο ή σύντροφο και
λίγες ώρες μετά κάνουμε ακριβώς το αντίθετο στη δική μας ζωή. Δεν είναι έλλειψη λογικής ούτε
αδυναμία χαρακτήρα. Η επιστήμη δείχνει ότι αυτό το φαινόμενο είναι βαθιά ανθρώπινο και
συνδέεται με δύο μηχανισμούς που μας προστατεύουν, αλλά ταυτόχρονα μας κρατούν στάσιμους:
την άρνηση και την αποφυγή.
Γιατί το μυαλό μας μπλοκάρει τις δικές μας συμβουλές
Η άρνηση λειτουργεί σαν ένα απαλό φίλτρο που θολώνει την πραγματικότητα για να μην χρειαστεί
να αντιμετωπίσουμε κάτι δυσάρεστο. Μπορεί να πρόκειται για μια δουλειά που μας εξαντλεί, μια
σχέση που δεν μας γεμίζει ή μια καθημερινότητα που μας πιέζει. Το μυαλό μας ψιθυρίζει
δικαιολογίες όπως «έτσι είναι όλες οι δουλειές» ή «ίσως χρειάζομαι περισσότερο χρόνο», κάνοντας
την αλήθεια λιγότερο επώδυνη.
Όταν όμως αυτό το φίλτρο σπάσει – από ένα πρόβλημα υγείας, μια ρήξη, ένα λάθος – τότε
εμφανίζεται η αποφυγή. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά το αναβάλλουμε. Λέμε «δεν είναι η
κατάλληλη στιγμή» ή «θα το κάνω αργότερα», κρατώντας την ψυχολογική μας άνεση, αλλά και τον
εαυτό μας παγιδευμένο. Το γνωστό, όσο κι αν μας πληγώνει, μοιάζει πιο ασφαλές από το άγνωστο.
Πότε έρχεται η στιγμή να ακούσουμε τον εαυτό μας
Οι επιστήμονες συμφωνούν σε κάτι απλό: η αλλαγή ξεκινά όταν ο πόνος του να μένεις στάσιμος
γίνεται μεγαλύτερος από τον φόβο του να προχωρήσεις. Όταν η αδράνεια πονά περισσότερο από τη
δράση, τότε αρχίζουμε να εφαρμόζουμε τις συμβουλές που δίνουμε στους άλλους με τόση ευκολία.
Δεν υπάρχει «σωστή» στιγμή. Υπάρχει μόνο η στιγμή που εσύ νιώθεις έτοιμος να δεις καθαρά, να
παραδεχτείς την αλήθεια και να κάνεις το πρώτο βήμα.
Η αυτογνωσία, η ειλικρίνεια και η δράση είναι τα τρία κλειδιά που σπάνε τον κύκλο της άρνησης
και της αποφυγής. Όταν τα ξεκλειδώσεις, οι συμβουλές που κάποτε έδινες στους άλλους γίνονται
επιτέλους οδηγός και για τη δική σου ζωή.











