Ο όρος «λαθρομετανάστης» ήταν για δεκαετίες μέρος της καθημερινής γλώσσας των ΜΜΕ, της πολιτικής αλλά και των ίδιων των πολιτών. Σταδιακά όμως, ιδίως από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά, άρχισε να δέχεται σφοδρή κριτική για την «ιδεολογική του φόρτιση», την «ξενοφοβική του χροιά» και την «απανθρωποποίηση του μετανάστη».
Η χρήση του άρχισε να στιγματίζεται, έως ότου σχεδόν άτυπα ποινικοποιήθηκε, με αποτέλεσμα ο όρος να θεωρείται ταμπού στον δημόσιο λόγο. Είχαμε φθάσει στο σημείο όποιος τον χρησιμοποιεί να χαρακτηρίζεται αμέσως ως ψηφοφόρος ή οπαδός ακροδεξιών και ναζιστικών κομμάτων.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν είχε έρθει στη Μόρια ίσως ένας από τους καλύτερους ρεπόρτερ του είδους του να με συναντήσει, και στον τότε αμούστακο συντάκτη του παρόντος άρθρου να δώσει την εξής συμβουλή: «Γράφεις εξαιρετικά! Παρόλο που είσαι μόλις 20 ετών, ο λόγος σου είναι άμεσος, μεστός και δίνει την πραγματική εικόνα. Τι θέλεις, όμως, και τους αποκαλείς “λαθρομετανάστες”; Χάνεις με αυτό πολύ και σε περνάνε για Χρυσαυγίτη». Σε ερώτησή μου «γιατί το λέτε αυτό;», μου απάντησε: «Δυστυχώς, οφείλουμε να συμβαδίζουμε με την εποχή. Θα τους αποκαλείς πρόσφυγες και μετανάστες, γιατί μέχρι να ταυτοποιηθούν και να περάσουν από τη διαδικασία ασύλου θεωρούνται πρόσφυγες».
Σήμερα, και μετά την επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, βλέπουμε πως επιχειρείται το δόγμα «λέμε τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς ωραιοποιήσεις και φίλτρα», αποκαλύπτοντας πως πολλές φορές ολόκληρες κυβερνήσεις και ενώσεις κινούνται και εφαρμόζουν πολιτικές και ατζέντες κέντρων εξουσίας.
Για να επανέλθουμε, όμως, στην άτυπη ποινικοποίηση του όρου «λαθρομετανάστης», είναι μια λέξη που πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς ντροπή. Εξάλλου, ο όρος αυτός ακουγόταν μέχρι και σε προεκλογικά σποτ του ΠΑΣΟΚ, λίγο πριν από την αυγή της νέας χιλιετίας. Και από φιλολογικής σκοπιάς, η λέξη «λαθρομετανάστης» συντίθεται από το «λάθρα» (κρυφά, παράνομα) και το «μετανάστης».
Η επαναφορά του όρου «λαθρομετανάστης» δεν αποτελεί απλώς γλωσσική επιλογή. Είναι μορφή αντίστασης. Αντίστασης απέναντι σε μια ελίτ που επιχειρεί να επιβάλει τρόπο σκέψης μέσω γλωσσικών περιορισμών. Αντίστασης απέναντι σε μια πολιτική που επιμένει να βαφτίζει προσφυγιά κάθε ανεξέλεγκτη μετακίνηση πληθυσμών.
Στη Μόρια, η πραγματικότητα δεν μπορούσε να εξωραϊστεί, όσο κι αν η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κυνηγούσε όσους εξέφραζαν δικαίως τις ανησυχίες τους. Όταν μια κοινότητα 1.000 κατοίκων μετατρέπεται εν μια νυκτί σε χώρο διέλευσης και παραμονής χιλιάδων ανθρώπων από δεκάδες χώρες, η κοινωνική ισορροπία διαταράσσεται. Και βιώσαμε στο πετσί μας ποιος είναι ο πραγματικά κατατρεγμένος πρόσφυγας και ποιος ο οικονομικός μετανάστης ή ο εισβολέας που περνά λάθρα τα σύνορα.
Η συζήτηση για τον όρο «λαθρομετανάστης» δεν είναι μόνο γλωσσική. Είναι βαθιά πολιτική. Είναι ερώτημα ταυτότητας, κυριαρχίας και δημοκρατίας. Πρέπει να μπορούμε να περιγράφουμε την πραγματικότητα με ακρίβεια, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς φανατισμό.
Η λέξη «λαθρομετανάστης» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με μίσος ή απέχθεια. Αντιθέτως, όποιος τη χρησιμοποιεί δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτόματα ως ακραίος και ξενόφοβος. Αποτυπώνει απλώς την πραγματικότητα. Γιατί η απαγόρευση της γλώσσας οδηγεί, νομοτελειακά, στην απαγόρευση της σκέψης.
Λέμε τα πράγματα με το όνομά τους…
Γράφει ο Στρατής Κοκκινέλλης
Φιλόλογος – δημοσιογράφος










