Ο Σεργκέι Λαβρόφ, υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, επέκρινε σφοδρά την ελληνική κυβέρνηση, αναφερόμενος στην υποστήριξη που παρέχει η Αθήνα στην Ουκρανία, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου με τη Ρωσία.
Οι δηλώσεις του αυτές αναρτήθηκαν από την ρωσική πρεσβεία στην Ελλάδα, προσδιορίζοντας τη στάση της Μόσχας απέναντι στην ελληνική πολιτική.
Αναλύοντας τη χρονική περίοδο του πολέμου, ο Λαβρόφ επεσήμανε ότι η Ελλάδα διέκοψε τη μακροχρόνια συνεργασία της με τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί με κόπο κατά τη διάρκεια δεκαετιών. Όπως ανέφερε, οι σχέσεις στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, του πολιτισμού και των ανθρωπιστικών ζητημάτων έχουν διαλυθεί. Σχεδόν τέσσερα χρόνια από την αρχή της σύγκρουσης, η Μόσχα συνεχίζει να παρατηρεί επιθετικές δηλώσεις από την Αθήνα, οι οποίες φέρουν χαρακτηριστικά αντιρωσικών κατηγοριών. «Η Ρωσία δεν θα είχε επιτρέψει ποτέ κάτι αντίστοιχο για την Ελλάδα», τόνισε ο Λαβρόφ.
Ο υπουργός κατηγόρησε επίσης την ελληνική κυβέρνηση ότι ήταν μία από τις πρώτες που προχώρησαν στην αποστολή όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία, τα οποία χρησιμοποιούνται καθημερινά από τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις εναντίον αμάχων. Υπογράμμισε τη σημασία της ελληνικής διασποράς που διαβιώνει στην περιοχή του Ντονμπάς και άλλων περιοχών της Ουκρανίας, δηλώνοντας ότι αυτή η διασπορά, που είναι φιλειρηνική και συνδεδεμένη με την ιστορική τους πατρίδα, δεν έχει ποτέ συμβάλει σε αρνητικές εξελίξεις.
Επιπλέον, ο Λαβρόφ αναφέρθηκε στην στρατηγική συμφωνία που υπεγράφη τον Νοέμβριο μεταξύ Αθήνας και Κιέβου, επικεντρωμένη στην ανάπτυξη θαλασσίων drones, ενισχύοντας την ανησυχία του για την κατεύθυνση των ελληνο-ουκρανικών σχέσεων.
Παύλος Μαρινάκης: «Κανένα σχόλιο»
Απαντώντας στις δηλώσεις του Ρώσου υπουργού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, δήλωσε ότι δεν θεωρεί αναγκαίο να προσθέσει κάτι άλλο, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα ακολουθεί την ίδια πολιτική όπως και τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης. Τόνισε μάλιστα ότι η στήριξη προς τον αμυνόμενο δεν είναι θέμα διαπραγμάτευσης, αλλά προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός σύγχρονου κράτους.
Αναλυτικά, η ανάρτηση της ρωσικής πρεσβείας αναφέρει:
«Η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας στην ερώτηση για τις δηλώσεις της ελληνικής ηγεσίας για τη Ρωσία που ελήφθη για τη συνέντευξη Τύπου του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ σχετικά με τα αποτελέσματα των ρωσικών διπλωματικών δραστηριοτήτων το 2025
Ερώτηση: Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε: «Βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία». Αληθεύει όντως αυτό;
Απάντηση: Με την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών. Διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα της ρωσο-ελληνικής συνεργασίας, από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην προσέγγιση της επίσημης Αθήνας προς τη χώρα μας. Συνεχίζουμε να ακούμε τις επιθετικές αντιρωσικές δηλώσεις και αβάσιμες ρωσοφοβικές κατηγορίες εναντίον μας. Η Ρωσία δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι παρόμοιο εις βάρος της Ελλάδας.
Η Αθήνα ήταν από τους πρώτους που έστειλαν τα όπλα και πυρομαχικά στην Ουκρανία, τα οποία οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν καθημερινά εναντίον των αμάχων στο Ντονμπάς, στις περιοχές Ζαπορόζιε και Χερσώνα, στην Κριμαία και σε άλλες νότιες περιοχές της χώρας μας. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι εκεί εδώ και αιώνες κατοικεί μια πολυάριθμη ελληνική διασπορά. Είναι τεράστια, φιλειρηνική, αγαπάει την ιστορική της πατρίδα, πάντα με κάθε δυνατό τρόπο ενίσχυε τους δεσμούς και τις επαφές και ποτέ δεν συνέβαλε σε αρνητικές εξελίξεις ή τάσεις.
Όμως η Αθήνα δεν τους σκέφτηκε. Δεν έλαβε υπόψη ότι εκεί ζουν τα αδέρφια τους που διατηρούν σχέσεις με την Ελλάδα, έχουν συγγενείς εκεί, και ότι οι ενέργειες της Αθήνας τους προκαλούν έναν κολοσσιαίο αριθμό όχι μόνο προβλημάτων, αλλά και άμεσων απειλών για τη ζωή και την υγεία τους.
Μια ακόμα επιβεβαίωση των προαναφερομένων αποτέλεσαν οι λεγόμενες συμφωνίες με το ναζιστικό καθεστώς του Κιέβου στις 17 Νοεμβρίου του 2025, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και χρήσης θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων. Αυτό το βήμα, όπως και κάθε άλλη αντιρωσική ενέργεια της «συλλογικής Δύσης» που στοχεύει στην «νίκη επί της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης» (στην πραγματικότητα, στη διεξαγωγή του πολέμου μέχρι του τελευταίου Ουκρανού), έτυχε της δέουσας αξιολόγησης από την πλευρά μας.
Επιπλέον, η Αθήνα προσχώρησε στην πρωτοβουλία PURL για την αγορά από τις ευρωπαϊκές χώρες των αμερικανικών όπλων για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, κάτι που προηγουμένως η Ελλάδα δίσταζε να κάνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι «ανώτεροι σύντροφοί» τους επισήμαναν επίμονα αυτή την «παράλειψη» και τελικά πέτυχαν τον στόχο τους. Όλοι γνωρίζουν ότι το Κίεβο, αδιαφορώντας για τις αμυντικές δυνατότητες της ίδιας της Ελλάδας, πιέζει μεθοδικά την ελληνική ηγεσία να μεταφέρει στις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας τα συστήματα αεράμυνας υψηλής αποτελεσματικότητας ρωσικής και σοβιετικής κατασκευής, τα οποία βρίσκονται επί του παρόντος σε υπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας. Όλα τα ανωτέρω δείχνουν ξεκάθαρα τον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό που βασιλεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό κοινό, για να το θέσουμε ήπια, δεν συμμερίζεται αυτή την προσέγγιση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενεργήθηκε για λογαριασμό της εφημερίδας «Καθημερινή» τον Ιούλιο του 2025, το 72% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Αθήνα θα έπρεπε να κρατήσει ουδέτερη στάση στην ουκρανική σύγκρουση».












