
Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση έχουν κάθε λόγο να «τρίβουν τα χέρια» τους τις τελευταίες ημέρες. Τα δύο κοινωνικά μέτωπα που είχαν απέναντί τους όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα έχουν πλέον ατονίσει αν όχι «σπάσει» και οι πολιτικοί αντίπαλοί τους δεν έχουν καταφέρει να αποκομίσουν κανένα όφελος, ακόμη και όταν τα μέτωπα ήταν καυτά. Μέχρι και πριν λίγες μέρες η κυβέρνηση βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο εξαιτίας της τραγωδίας των Τεμπών και του ισχυρού κινήματος που αναπτύχθηκε στην πρώτη επέτειό της και στη συνέχεια, αλλά και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, απόρροια του οποίου τα μπλόκα των αγροτών.
Το «κίνημα των Τεμπών» είχε αρχίσει ήδη να ξεφουσκώνει από τότε που κυριάρχησαν διάφορες θεωρίες, αστήρικτες ή και συνωμοτικές (ξυλόλια, μπαζώματα, εξαφάνιση βαγονιών). Και ήλθε τώρα η πολιτικός Μαρία Καρυστιανού με τις προσωπικές φιλοδοξίες της, που την έφεραν ακόμη και σε σύγκρουση με τους άλλους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας, να το αποτελειώσει.
Το δεύτερο μέτωπο που είχε φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση -και ήδη έχει κι αυτό σπάσει- είναι των αγροτών. Ωθούμενοι από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και από το γεγονός ότι καθυστέρησαν πολύ να τους δοθούν αποζημιώσεις και ενισχύσεις, οι αγρότες κατέβηκαν στους δρόμους, παίρνοντας μαζί τους την κοινή γνώμη. Κι ενώ η κυβέρνηση είχε στριμωχτεί στη γωνία , παρότι ικανοποίησε βασικά τους αιτήματα, οι συνδικαλιστές του συντονιστικού τους οργάνου έκαναν το λάθος. Η αρχική άρνησή τους να πάνε σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό, προβάλλοντας διαδικαστικά και αριθμητικά αιτήματα, έφερε αρνητικά αποτελέσματα. Τελικώς πήγαν όλοι στο Μαξίμου, αφού είχε επέλθει διάσπαση στα μπλόκα και οι αγροτικές κινητοποιήσεις έλαβαν τέλος. Μοναδικό τους ανεκπλήρωτο αίτημα που παρέμεινε όμως προς συζήτηση είναι το διαχρονικό πρόβλημα του αποκαλούμενου πρωτογενούς τομέα. Βασικό αίτημα των αγροτών και σημαία των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Όσο οι αγρότες ήταν στους δρόμους, διεκδικώντας την επίλυση προβλημάτων, που αντιμετωπίζουν, τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγορούσαν την κυβέρνηση, ότι έδινε ψιχία στους αγρότες ,δεν έκανε δεκτά τα αιτήματα τους και αρνείτο τον διάλογο κυρίως για τον πρωτογενή τομέα. Αλλά όταν η κυβέρνηση , αφού ικανοποίησε το σύνολο των αιτημάτων των αγροτών, άρχισε να συζητά με τους αγρότες για τον πρωτογενή τομέα , καλώντας παράλληλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμμετάσχουν σε αυτόν , καταθέτοντας σχετικές προτάσεις, στο σύνολό τους αυτά απάντησαν με ένα βροντερό όχι. Η σχετική συζήτηση μάλιστα που έγινε πριν λίγες μέρες στη Βουλή περί της διακομματικής επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα αποκάλυψε κάτι πολύ βαθύτερο από μια ακόμη κομματική διαφωνία. Αποκάλυψε ότι η Ελλάδα αδυνατεί να μιλήσει σοβαρά για το πώς παράγει, τι παράγει και γιατί συνεχίζει ο πρωτογενής τομέας να αποτελεί ένα πεδίο πελατειακών σχέσεων, εκμαυλισμού και εξαγοράς ψήφων μέσω επιδοτήσεων για μη αποδοτικές καλλιέργειες. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ που φτάσαμε είναι γιατί δεν υπάρχει συναίνεση και διάθεση για ένα μίνιμουμ έστω συνεννόησης. Γιατί το πολιτικό προσωπικό της χώρας αδυνατεί να υπερβεί, έστω για ένα μόνο θέμα, το βόλεμα της στείρας αντιπαράθεσης; Γιατί τα κόμματα της αντιπολίτευσης αρνούνται να καταθέσουν προτάσεις, ιδέες και να συμβάλουν στην διαμόρφωση ενός πλαισίου, το οποίο θα οδηγήσει στην επίλυση πολλών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας; Ασφαλώς και εδώ υπάρχουν φωνές που εκπροσωπούν ένα διαφορετικό πνεύμα και μια διαφορετική προσέγγιση. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι φωνές συχνά σκεπάζονται από αγριοφωνάρες που αναμασούν τα λόγια ενός απαρχαιωμένου συνδικαλισμού, που δεν είναι παρά η άλλη όψη του πελατειακού κράτους.
Βεβαίως η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει προκλήσεις στο αγροτικό της μοντέλο, ωστόσο τα παραδείγματα του εξωτερικού δείχνουν καθαρά ότι η απουσία σχεδίου και συναίνεσης πληρώνεται ακριβά. Για παράδειγμα, Ισραήλ και Ολλανδία έχουν καταφέρει να γίνουν παγκόσμιοι αγροδιατροφικοί κόμβοι χάρη στη συστηματική επένδυση στην έρευνα και την τεχνολογία και στη σύνδεση των παραγωγών με τις αγορές. Ο αγρότης δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως λήπτης επιδοτήσεων και τοπικός κομματάρχης αλλά ως επιχειρηματίας με πρόσβαση σε διεθνείς αλυσίδες αξίας και καινοτομίας.
Δυστυχώς εδώ η πολιτική αντιπαράθεση έχει μετατοπίσει την προσοχή από το κρίσιμο ζήτημα: ο πρωτογενής τομέας δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά ανταγωνιστικός χωρίς συναίνεση, ρεαλιστικό σχέδιο, αλλά και ευρύ κοινωνικό διάλογο, στον οποίο θα πρέπει να εκπροσωπούνται κυρίως οι αγρότες. Ο διάλογος είναι αδύνατο να γίνει με διάσπαρτες δυνάμεις που περιλαμβάνουν από υγιείς αγρότες μέχρι κομματικούς συνδικαλιστές, οι οποίοι απλώνουν την ίδια ξύλινη γλώσσα στις τηλεοπτικές οθόνες όταν έρχεται η ώρα για τα ετήσια μπλόκα. Αν θέλουμε μια ελληνική γεωργία που θα παράγει πλούτο, δουλειές και διεθνή ανταγωνιστικότητα, δεν αρκούν οι διακομματικές επιτροπές. Αλλά ο λαϊκισμός και η στείρα άρνηση, αυτή που τώρα επιδεικνύει στο σύνολό της η αντιπολίτευση και δη η «συστημική» με τα ίδια και τα ίδια τσιτάτα είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να μένουμε στα ίδια.










