Σαφές μήνυμα στρατηγικής συνεργασίας και συμμαχικής εγρήγορσης στην Ανατολική Μεσόγειο έστειλε, όπως σημειώνει ρεπορτάζ του Βασίλη Σκουλαράκου στην εφημερίδα «Political», η επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν σε Κύπρο και Κρήτη εν μέσω κλιμάκωσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Μετά τη συνάντησή του στην Κύπρο με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, ο κ. Μακρόν μετέβη στην Κρήτη, όπου στην 115 Πτέρυγα Μάχης στα Χανιά τον υποδέχθηκαν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Δημήτριος Χούπης. Ο Γάλλος πρόεδρος είχε σύντομη συνομιλία με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας, ενώ στη συνέχεια επιβιβάστηκε σε ελικόπτερο NH90 με προορισμό το γαλλικό αεροπλανοφόρο «Charles de Gaulle», το οποίο πλέει ανοιχτά της Κρήτης. Η ίδια η ανάρτηση του Μακρόν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην ελληνική γλώσσα, όπου τόνισε ότι «δεν θελήσαμε αυτόν τον πόλεμο, αλλά έχουμε την ευθύνη να προστατεύσουμε τους συμπολίτες μας και να αποτρέψουμε μια κλιμάκωση», αποτύπωσε το κλίμα ανησυχίας που επικρατεί στη διεθνή κοινότητα.
Ο Ερντογάν τροφοδοτεί την ένταση
Λίγες ώρες νωρίτερα, ωστόσο, η Τουρκία επέλεγε να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πρωί της Δευτέρας ανακοίνωσε την αποστολή έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα Κατεχόμενα της Κύπρου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης «πρόσθετων μέτρων» εφόσον το κρίνει απαραίτητο. Η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε ως άμεση απάντηση στην παρουσία ελληνικών φρεγατών και μαχητικών στην περιοχή, αλλά και ως ακόμη μια ένδειξη της στρατηγικής έντασης που επιλέγει συστηματικά η Άγκυρα.
Η Άγκυρα διατηρεί ήδη περισσότερους από 40.000 στρατιώτες στα Κατεχόμενα, ενώ από τις αεροπορικές βάσεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας τα μαχητικά αεροσκάφη μπορούν να φθάσουν μέσα σε λίγα λεπτά στην περιοχή μεταξύ Κύπρου και Μέσης Ανατολής.
Μετά τον αντίκτυπο που προκάλεσε στο εσωτερικό της Τουρκίας η επιχειρησιακή ετοιμότητα της Αθήνας, υπό την απειλή του Ιράν, η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρεί να βρει ρόλο στις εξελίξεις, έστω και ως κατοχική δύναμη, ώστε να ενισχύσει -όπως λένε τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης- το αίσθημα ασφάλειας στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Προφανώς η Άγκυρα επιθυμεί να επιβεβαιώσει ότι η Τουρκία παραμένει «εγγυήτρια δύναμη» στην Κύπρο. Ταυτόχρονα όμως, η πολιτική της αυτή τροφοδοτεί την ένταση σε μια ήδη εύθραυστη γεωπολιτική συγκυρία.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με πληροφορίες, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί την προοπτική δημιουργίας και ανάπτυξης μιας πολυεθνικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία θα εγγυάται την ασφάλεια στο νοτιοανατολικότερο άκρο της Ευρώπης. Οι αποστολές αυτές εκτιμάται πως θα επικεντρώνονταν κυρίως στη θάλασσα και στον αέρα. Οι πιθανές επιχειρήσεις θα περιλαμβάνουν αποτροπή κινδύνων σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Κρήτη και την Κύπρο έως το σταυροδρόμι με τη Μέση Ανατολή, αλλά και προστασία ενεργειακών και λιμενικών υποδομών.
Η συμμετοχή της Ελλάδας σε τέτοια σχήματα θα ενίσχυε τον ρόλο της ως χώρας που συμβάλλει ενεργά στη διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή. Στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε εντάσσεται και η ανάπτυξη συστημάτων Patriot στην Κάρπαθο.
Προκεχωρημένα μέσα επιχειρησιακής ετοιμότητας
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξετάζεται -σύμφωνα με πληροφορίες- και το ενδεχόμενο η μεταστάθμευση των ελληνικών φρεγατών και μαχητικών στην περιοχή να αποκτήσει χαρακτηριστικά μεγαλύτερης διάρκειας. Εάν αυτό συμβεί, η ελληνική παρουσία γύρω από την Κύπρο θα μπορούσε να εξελιχθεί από μια συγκυριακή επιχειρησιακή κίνηση σε σταθερό στοιχείο της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Τα ελληνικά πλοία και αεροσκάφη θα μπορούσαν να λειτουργούν ως προκεχωρημένα μέσα επιτήρησης και επιχειρησιακής ετοιμότητας, συμβάλλοντας στην προστασία κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών και ενεργειακών υποδομών.
Η αντίθεση ανάμεσα στις στρατηγικές επιλογές Ελλάδας και Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της μέσα από συμμαχίες, πολυεθνική συνεργασία και την ανάπτυξη αμυντικών δυνατοτήτων που στοχεύουν στη σταθερότητα και την αποτροπή. Από την άλλη, η Άγκυρα συνεχίζει να επενδύει σε κινήσεις επίδειξης στρατιωτικής ισχύος, επιβεβαιώνοντας πως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την περιοχή ως πεδίο επιβολής τετελεσμένων.












