Η σημερινή συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου ο διάλογος έχει αναχθεί σε βασικό εργαλείο σταθερότητας. Χωρίς αυταπάτες για άμεσες λύσεις στα δύσκολα ζητήματα, Αθήνα και Άγκυρα επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτό το κανάλι επικοινωνίας, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων εντάσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με τον Χρήστο Μυτιλινιό για την εφημερίδα «Political», η ελληνική πλευρά προσέρχεται στη συνάντηση με σαφές πλαίσιο: διάλογος με κανόνες, χωρίς εκπτώσεις σε κυριαρχικά δικαιώματα. Η τουρκική ηγεσία, από την πλευρά της, αναζητά μια πιο «κανονική» σχέση με την Ευρώπη και τη Δύση, γνωρίζοντας ότι οι χρόνιες εντάσεις στο Αιγαίο λειτουργούν ανασταλτικά για κάθε σοβαρή αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων.
H «θετική ατζέντα»
Το τετ α τετ των δύο ηγετών πλαισιώνεται από διευρυμένες εργασίες του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, με στόχο να υπάρξει πακέτο συμφωνιών σε τομείς όπως οικονομία, εμπόριο, μεταφορές, πολιτική προστασία, μετανάστευση, παιδεία και πολιτισμός. Η σύνθεση της ελληνικής αποστολής δείχνει πρόθεση να παραχθεί απτό αποτέλεσμα και όχι απλώς ένα επικοινωνιακό πλαίσιο καλής θέλησης.
Για την Αθήνα, κάθε συμφωνία χαμηλής πολιτικής έχει διπλή αξία: αφενός βελτιώνει την καθημερινή συνεργασία, αφετέρου ενισχύει το αφήγημα της σταθερότητας. Οι κοινές δηλώσεις των δύο ηγετών το απόγευμα αναμένεται να καθορίσουν το πολιτικό στίγμα της συνάντησης.
Οι σκληρές διαφωνίες παραμένουν
Πίσω από τη θετική ατζέντα, τα βασικά μέτωπα παραμένουν ανοιχτά. Η Αθήνα συνεχίζει να ξεκαθαρίζει σε κάθε τόνο ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διαδικασία επίλυσης είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Η Άγκυρα, αντίθετα, επιδιώκει διαχρονικά τη διεύρυνση της ατζέντας σε ζητήματα που η ελληνική πλευρά αντιμετωπίζει ως απολύτως κυριαρχικά και μη διαπραγματεύσιμα.
Στο Κυπριακό, οι αποκλίσεις παραμένουν βαθιές. Η Ελλάδα δεν αποδέχεται τη λογική των δύο κρατών, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να επενδύει σε τετελεσμένα και σκληρή ρητορική. Η σημερινή συνάντηση δύσκολα μπορεί να φέρει ανατροπές, μπορεί όμως να αποτρέψει την επιστροφή σε κλίμα ανοιχτής σύγκρουσης.
Ευρωπαϊκό εμπόδιο
Το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα αφορά το ενδεχόμενο μεταβολής της τουρκικής στάσης στο ζήτημα του casus belli. Η απόφαση του 1995, που χαρακτηρίζει «αιτία πολέμου» την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, παραμένει η πιο ωμή θεσμική απειλή σε βάρος κράτους-μέλους της ΕΕ.
Για την Αθήνα, η ύπαρξή του ακυρώνει κάθε έννοια πλήρους εξομάλυνσης. Με πρωτοβουλία του Κυριάκου Μητσοτάκη, μάλιστα, το ζήτημα έχει συνδεθεί άμεσα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο: όσο υφίσταται το casus belli, η Ελλάδα δεν θα στηρίξει κινήσεις αναβάθμισης των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, η απειλή πολέμου λειτουργεί πλέον όχι μόνο ως διμερές, αλλά και ως ευρωπαϊκό εμπόδιο.
Στο παρασκήνιο, διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι μια τυπική κατάργηση είναι πολιτικά δύσκολη για την τουρκική ηγεσία, λόγω εσωτερικών αντιδράσεων και εθνικιστικών ισορροπιών.
Πιο ρεαλιστικό θεωρείται ένα σενάριο πολιτικής «απονεύρωσης»: μια δημόσια διατύπωση που θα απομακρύνει την απειλή από το ενεργό πολιτικό οπλοστάσιο της Άγκυρας, χωρίς τυπικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Μια τέτοια εξέλιξη θα παρουσιαζόταν ως «win win», ενταγμένη στη λογική καλής γειτονίας και σταθερότητας. Για την Ελλάδα, θα συνιστούσε ύψιστη διπλωματική επιτυχία. Για την Τουρκία, θα άνοιγε δρόμους στην Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα ασφάλειας.
Ένα τεστ αξιοπιστίας
Αν υπάρξει σήμερα σαφής ένδειξη απομάκρυνσης από το casus belli, η συνάντηση θα αποκτήσει ιστορική διάσταση. Αν όχι, το θέμα θα παραμείνει ανοιχτό ως βασικό τεστ αξιοπιστίας για τις προθέσεις της Άγκυρας. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα εμφανίζεται αποφασισμένη να συνεχίσει τον διάλογο χωρίς να αποδεχθεί «γκρίζες ζώνες» ή έμμεσες πιέσεις.
Η σημερινή ημέρα στην Άγκυρα δεν αφορά μόνο τη διαχείριση της έντασης. Αφορά το αν ο ελληνοτουρκικός διάλογος μπορεί να περάσει σε μια φάση ουσιαστικής αποαπειλής. Και αυτός είναι ο λόγος που το ερώτημα «αίρεται το casus belli;» αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά την επικαιρότητα.












